Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετακινώ

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

(ΑM μετακινῶ, -έω, Μ και μετακουνώ)
1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι από μια θέση σε άλλη, μετατοπίζω, μεταθέτω, μεταφέρω αλλού
2. μέσ. μετακινούμαι, -έομαι
μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλο
μσν.
1. απωθώ, αποκρούω
2. ξεκινώ με κατεύθυνση προς κάποιο μέρος, κατευθύνομαι
3. μέσ. α) ορμώ, επιτίθεμαι
β) μτφ. ταράζομαι, αναστατώνομαι, τρομάζω
γ) μετατοπίζομαι, περπατώ, βαδίζω
δ) απομακρύνομαι
αρχ.
μεταβάλλω, τροποποιώ, αλλάζω («Κίμωνα, ὅτι τὴν Παρίων μετεκίνησε πολιτείαν ἐφ' ἑαυτοῦ», Δημοσθ.).