Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετακομίζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: μετακομίζω Medium diacritics: μετακομίζω Low diacritics: μετακομίζω Capitals: ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ
Transliteration A: metakomízō Transliteration B: metakomizō Transliteration C: metakomizo Beta Code: metakomi/zw

English (LSJ)

   A transport, κατασκευὴν ὡς αὑτούς Hell.Oxy.12.4; εἰς ἀμείνω τινὰ τόπον Pl.Lg.904e (Pass.); ἐπιστολὴν πρός τινα PHib.1.82.8 (iii B.C.): metaph., of a person, εἰς τοὺς ἐκείνων μετακεκομίσθαι νόμους J.AJ20.2.3:—Med., cause to be carried over, ἱερὰ πατρῷα Lycurg. 56.

German (Pape)

[Seite 148] weg u. anderswohin schaffen, μετακομισθεῖσα εἰς ἀμείνω τινὰ τόπον, Plat. Legg. X, 904 d; ταῦτα εἰς τὴν πατρίδα, Pol. 9, 10, 2; εἰκόνες μετακεκομισμένοι, 40, 8, 10; Hdn. 1, 14, 8; παρ' ἑτέρου πρὸς ἕτερον, Luc. Tim. 21.

Greek (Liddell-Scott)

μετακομίζω: κομίζω εἰς ἄλλο μέρος, μεταφέρω, εἰς ἀμείνω τινὰ τόπον Πλάτ. Νόμ. 904C. - Μέσ., κομίζω τι μετ’ ἐμοῦ, ἢ βάλλω ἄλλον νὰ κομίσῃ αὐτὸ δι’ ἐμὲ ἀπό τινος τόπου εἰς ἄλλον, καὶ τὰ ἱερὰ τὰ πάτρια μετακομίζεσθαι Λυκοῦργ. 155. 5· - ῥημ. ἐπίθ., μετακομιστέος, Πλούτ. 2. 710F· - οὐσιαστ. μετακόμισις, εως, ἡ, Σχολ.

French (Bailly abrégé)

emporter, transporter.
Étymologie: μετά, κομίζω.

Greek Monolingual

(ΑM μετακομίζω) κομίζω
μεταφέρω κάτι από ένα μέρος σε άλλο, διακομίζω (α. «πρέπει να μετακομίσω τη βιβλιοθήκη σε άλλο δωμάτιο» β. «ἁρπάσασαι γὰρ τὸ ἄγαλμα αἱ τῆς ἑστίας ἱέρειαι παρθένοι διὰ μέσης τῆς ἱερᾱς ὁδοῡ εἰς τὴν τοῦ βασιλέως αὐλὴν μετεκόμισαν», Ηρωδιαν.)
νεοελλ.
αλλάζω σπίτι, μετοικώ («τον άλλο μήνα θα μετακομίσω»)
μσν.
μεταδίδω, ανακοινώνω
αρχ.
1. κουβαλώ κάτι μαζί μου ή βάζω άλλον να το κουβαλήσει για μένα από έναν τόπο σε άλλο («καὶ τὰ ἱερὰ τὰ πάτρια μετακομίζεσθαι», Λυκούργ.)
2. (σχετικά με έθιμο, νόμο, εορτή κ.λπ.) εισάγω σε έναν τόπο, καθιερώνω
3. μεταφέρω κάποιον από μια πνευματική κατάσταση σε άλλη
4. μεταθέτω τη σκέψη ή τη συζήτηση σε διαφορετικό αντικείμενο
5. κάνω μεταφορά κατά τον λόγο, μιλώ ή γράφω μεταφορικά.

Greek Monotonic

μετακομίζω: μέλ. -σω, μετακινώ, μεταφέρω, σε Πλάτ. — Μέσ., αναθέτω σε κάποιον να μεταφέρει κάτι, σε Λυκ.

Russian (Dvoretsky)

μετακομίζω: переносить (εἰς ἀμείνω τινὰ τόπον Plat.; ταῦτα εἰς τὴν πατρίδα Polyb.).

Middle Liddell

fut. σω
to transport, Plat.:—Mid. to cause to be carried over, Lycurg.