Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετατοπίζω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

μετατοπίζω)
μεταφέρω κάτι από έναν τόπο σε άλλο, μετακινώπρέπει να μετατοπίσεις τα έπιπλα του σαλονιού»)
μσν.
1. εκτοπίζω
2. μετοικίζω
3. (αμτβ.) αλλάζω τόπο διαμονής, μετοικώ
4. μτφ. αλλάζω στάση ή συμπεριφορά
5. μτφ. αναστατώνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. από τη φρ. μετὰ τόπον (πρβλ. και κατατοπίζω < κατὰ τόπον].