Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετατοπίζω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

μετατοπίζω)
μεταφέρω κάτι από έναν τόπο σε άλλο, μετακινώπρέπει να μετατοπίσεις τα έπιπλα του σαλονιού»)
μσν.
1. εκτοπίζω
2. μετοικίζω
3. (αμτβ.) αλλάζω τόπο διαμονής, μετοικώ
4. μτφ. αλλάζω στάση ή συμπεριφορά
5. μτφ. αναστατώνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. από τη φρ. μετὰ τόπον (πρβλ. και κατατοπίζω < κατὰ τόπον].