Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετωνυμία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μετωνῠμία Medium diacritics: μετωνυμία Low diacritics: μετωνυμία Capitals: ΜΕΤΩΝΥΜΙΑ
Transliteration A: metōnymía Transliteration B: metōnymia Transliteration C: metonymia Beta Code: metwnumi/a

English (LSJ)

ἡ, (μετά, ὄνομα)

   A change of name: in Rhet., the use of one word for another, metonymy, Cic.Orat.27.93, Ps.-Plu.Vit.Hom. 23, Quint.8.6.23.

German (Pape)

[Seite 164] ἡ, Vertauschung des Namens, das Setzen eines Wortes für das andere, bes. bei den Rhett. u. Gramm. die Figur der Metonymie, Her. V. Hom. 23 u. sonst.

Greek (Liddell-Scott)

μετωνῠμία: ἡ, (μετά, ὄνομα) μεταβολὴ τοῦ ὀνόματος (ὡς Ἄβραμ, Ἀβραάμ) Ὠριγ. III, 1092Β, Ἀναστ. Σιν. 612Β: ἐν τῇ Ῥητορικῇ, ἡ χρῆσις λέξεώς τινος ἀντὶ ἑτέρας, ὡς Ἥφαιστος ἀντὶ πῦρ. Διον. Ἁλ. VI, 966, 11, Βίος Ὁμ. 25, κλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
emploi d’un nom pour un autre ; t. de rhét. métonymie.
Étymologie: μετά, ὄνομα.

Greek Monolingual

η (ΑΜ μετωνυμία) μετώνυμος
είδος λεκτικού τρόπου κατά τον οποίο χρησιμοποιείται άλλη λέξη αντί αυτής που απαιτείται κατά κυριολεξία, όπως π.χ. Ἄρης αντί πόλεμος, Θέμις αντί δικαιοσύνη
νεοελλ.
το σχήμα της υπαλλαγής
(μσν-αρχ.) η αλλαγή του ονόματος, η μετονομασία.

Russian (Dvoretsky)

μετωνῠμία: ἡ рит. метонимия (фигура замены одного существительного другим, напр. Αἰγίοχος вм. Ζεύς).