Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μηδαμοῦ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: μηδᾰμοῦ Medium diacritics: μηδαμοῦ Low diacritics: μηδαμού Capitals: ΜΗΔΑΜΟΥ
Transliteration A: mēdamoû Transliteration B: mēdamou Transliteration C: midamoy Beta Code: mhdamou=

English (LSJ)

Adv.

   A nowhere, Th.1.35, Pl.Lg.958d; μ. ἄλλοθι Id.Phd. 68a: c. gen., μ. τῶν ὄντων, Lat. nusquam gentium, Id.Prm.162c: metaph., ὅπου τὸ χαίρειν μ. νομίζεται is of no account, A.Eu.423, cf. 624, S.Aj.1007; μηδαμοῦ παρά τισιν εἶναι X.Mem.1.2.52: as two words, μηδὲ ἁμοῦ IG12.16.11 (v B.C.).

German (Pape)

[Seite 169] correl. zu ποῦ, nirgendswo; μητρὸς μηδαμοῦ τιμὰς νέμειν, Aesch. Eum. 594, vgl. 401; Soph. Ai. 986; εἰ μηδαμοῦ γέ ἐστι τῶν ὄντων, nirgends auf der Welt, Plat. Parm. 162 c; mit ἄλλοθι, Phil. 68 a; gew. mit anderen Negationen gehäuft, νοῦν μηδενὶ περὶ μηδενὸς εἶναι μηδαμοῦ, Soph. 249 b, μηδεὶς μηδέποτε ἐάσῃ μηδαμοῦ θηρεῦσαι, Legg. VII, 824 a; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μηδᾰμοῦ: Ἐπίρρ., ἐν μηδενὶ τόπῳ, Αἰσχύλ. Εὐμ. 423· μηδ’ Ἑλλάδος γῆς μηδαμοῦ διῆλθε (ἔνθα ὁ Blaydes διορθοῖ μηδαμοῖ) Σοφ. Φιλ. 256· μ. ἄλλοθι Πλάτ. Φαίδων 68Α· μετὰ γεν., μ. τῶν ὄντων Λατ. nusquan gentium, ὁ αὐτ. ἐν Παρμ. 162C, πρβλ. Νόμ. 958D· ― μεταφορ., ὅπου τὸ χαίρειν μ. νομίζεται, nullo in numero habetur, Αἰσχύλ. Εὐμ. 423, πρβλ. 624, Σοφ. Αἴ. 1007· μηδαμοῦ εἶναι (ἴδε οὐδαμοῦ) Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 52.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 nulle part;
2 nullement : μηδαμοῦ νομίζεσθαι ESCHL n’être pas réputé, connu ; μηδαμοῦ εἶναι XÉN n’avoir aucune valeur, n’être point estimé.
Étymologie: μηδαμός.

Greek Monolingual

(Α μηδαμοῡ και μηθαμοῡ)
επίρρ. (τόπου) σε κανένα μέρος, πουθενά («τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἥτις μηδαμοῡ ξυμμαχεῑ», Θουκ.)
αρχ.
(τρόπου) σε καμιά περίπτωση, καθόλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μηδαμός + επιρρμ. κατάλ. -οῦ (πρβλ. ουδαμ-ού)].

Greek Monotonic

μηδᾰμοῦ: επίρρ., πουθενά, σε Αισχύλ.· μηδαμοῦ ἀλλόθι, σε Πλάτ.· μεταφ., μηδαμοῦ νομίζεται, nullo in numero habetur, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

μηδᾰμοῦ: adv.
1) нигде: μ. τῶν ὄντων Plat. решительно нигде; μ. ἄλλοθι Plat. ни в каком другом месте, нигде больше;
2) никак: μ. νομίζεσθαι Aesch. быть совершенно неизвестным; μ. εἶναι πρός τινα Xen. ничего не стоить по сравнению с кем-л.

Middle Liddell


nowhere, Aesch.; μ. ἄλλοθι Plat.:— metaph. μ. νομίζεται nullo in numero habetur, Aesch.