Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μηχανάριος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μηχᾰνάριος Medium diacritics: μηχανάριος Low diacritics: μηχανάριος Capitals: ΜΗΧΑΝΑΡΙΟΣ
Transliteration A: mēchanários Transliteration B: mēchanarios Transliteration C: michanarios Beta Code: mhxana/rios

English (LSJ)

ὁ,

   A engineer, esp. for irrigation machines, BGU325.7 (iii A. D.):—written μηχᾰν-άρις, Sammelb.5124.147 (ii A. D.); μηκαν<άρ>ιος, ib.6915.

Greek Monolingual

μηχανάριος και μηχανάρις και μηκαν <άρ> ιος, ὁ (Α)
μηχανικός, ιδίως για κατασκευή ή επιστασία αρδευτικών μηχανών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μηχανή + κατάλ. -άριος (πρβλ. μαγγαν-άριος)].