Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μιξοθάλασσος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: μιξοθάλασσος Medium diacritics: μιξοθάλασσος Low diacritics: μιξοθάλασσος Capitals: ΜΙΞΟΘΑΛΑΣΣΟΣ
Transliteration A: mixothálassos Transliteration B: mixothalassos Transliteration C: miksothalassos Beta Code: micoqa/lassos

English (LSJ)

[θᾰ], ον,

   A having intercourse with the sea, like fishermen and sailors, Orac. ap. X.Eph.1.6.

German (Pape)

[Seite 189] mit dem Meere Verkehr habend, wie Schiffer, Fischer, Or. bei Xen. Ephes. 1, 6.

Greek (Liddell-Scott)

μιξοθάλασσος: [θᾰ], -ον, ὁ ἔχων σχέσιν μὲ τὴν θάλασσαν, ὁ ἔχων νὰ κάμῃ μὲ τὴν θάλασσαν, ὡς οἱ ναῦται καὶ οἱ ἁλιεῖς, Χρησμ. παρὰ Ξεν. Ἐφεσ. 1. 6.

Greek Monolingual

μιξοθάλασσος, -ον (Α)
αυτός που έχει σχέση με τη θάλασσα, δηλαδή ο ναύτης και ο ψαράς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μιξ(ο)- του μίγνυμι / μείγνυμι + -θάλασσος (< θάλασσα)].