Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μισόγελως

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek (Liddell-Scott)

μῑσόγελως: ὁ, ἡ, ὁ μισῶν τὸν γέλωτα, Ἀλέξ. Αἰτωλ. παρὰ Γελλ. 15. 20.

Greek Monolingual

μισόγελως, -έλωτος, ό, ἡ (Α)
αυτός που μισεί, που απεχθάνεται το γέλιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μισῶ + γέλως, -ωτος (πρβλ. φιλό-γελως)].