Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μνήμα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (ΑΜ μνῆμα, Μ και μνῆμαν, Α δωρ. και αιολ. μνᾱμα)
οικοδόμημα ή ύψωμα προς τιμή νεκρού, τάφος, τύμβος (α. «το μονοπάτι μ' έβγαλε σ' ένα ρημοκλησσάκι, που 'ταν τα μνήματα πολλά, πολλά κι αντρειωμένα», δημ. τραγούδι
β. «μνήματα ἐποίησαν ἐν πάσῃσι τῇσι πόλισι τῶν ἀποικίδων», Ηρόδ.
νεοελλ.-μσν.
στον πληθ. τα μνήματα
το νεκροταφείο
μσν.
φρ. «μνήμα Χριστού» — ο Πανάγιος Τάφος
αρχ.
1. αντικείμενο για ανάμνηση προσώπου ή πράγματος («μνᾱμα τῶν Οὐλυμπίᾳ κάλλιστον ἀέθλων»
Πίνδ.)
2. φέρετρο, λάρνακα
3. ανάθημα σε θεό
4. (γενικά) μνεία, ανάμνηση, ενθύμηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μνη- του μι-μνή-σκω + κατάλ. -μα (για το -μ- της λ. πρβλ. μνήμων)].