Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μνήμενος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: μνήμενος Medium diacritics: μνήμενος Low diacritics: μνήμενος Capitals: ΜΝΗΜΕΝΟΣ
Transliteration A: mnḗmenos Transliteration B: mnēmenos Transliteration C: mnimenos Beta Code: mnh/menos

English (LSJ)

   A remembering, Od.15.400, as cited by Arist.Rh.1370b5.

Greek (Liddell-Scott)

μνήμενος: ἐνθυμούμενος, τύπος ἀπαντῶν παρ’ Ὁμ. (ἐν Ὀδ. Ο. 400 ἔνθα νῦν μνωομένω) ὡς μνημονεύεται ὑπὸ τοῦ Ἀριστ. ἐν Ρητ. 1. 11, 8.

French (Bailly abrégé)

ου;
adj. m.
qui se souvient.
Étymologie: μνάομαι.

Greek Monolingual

μνήμενος, ὁ (Α)
αυτός που θυμάται.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τον τ. παραδίδει ο Αριστοτέλης ως ομηρικό. Ο τ. μνήμενος πιθ. αντί του αναμενόμενου τ. μνωόμενος < μνῶμαι].

Greek Monotonic

μνήμενος: αυτός που αναθυμάται, σε Ομήρ. Οδ., όπως παρατίθεται από Αριστ.

Middle Liddell

remembering, Od., as cited by Arist.