Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μνημεῖον

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: μνημεῖον Medium diacritics: μνημεῖον Low diacritics: μνημείον Capitals: ΜΝΗΜΕΙΟΝ
Transliteration A: mnēmeîon Transliteration B: mnēmeion Transliteration C: mnimeion Beta Code: mnhmei=on

English (LSJ)

Dor. μνᾱμεῖον, Ion. μνημήϊον, τό,

   A memorial, remembrance, record of a person or thing, μνημήϊα καταλιπέσθαι Hdt.2.126,135; λόγων φερτάτων μ. Pi.P.5.49, cf. A.Th.49, etc.; μνημεῖα ὅρκων a record of the oaths, E.Supp.1204; μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια Th.2.41; μνημεῖα τῆς δαπάνης visible memorials, Arist.Pol.1321a40; ἐνομίζομεν τὰς συμφορὰς ἱκανὰ μ. τῇ πόλει καταλελεῖφθαι, ὥστε μηδ' ἄν… ἐπιθυμεῖν Lys.34.1; τὰ παίδων μαθήματα θαυμαστὸν ἔχει τι μ. the lessons of childhood cling strangely to the memory, Pl.Ti.26b; μνημεῖα καταλειφθῆναι τῶν μελλόντων ἔσεσθαι to be left behind as reminders of things to come, Id.Phdr.233a.    2 of one dead, Simon.106 (pl.); μνημεῖ' Ὀρέστου… προσθεῖναι S.El. 933; of an urn containing the ashes of the dead, ib.1126; τύμβον χῶσον κἀπίθες μνημεῖά μοι E.IT702; τάφων τε καὶ τῶν ἄλλων μ. Pl.R. 414a; tomb, LXX Jo.13.6, Ev.Jo.5.28, SIG1234, etc.: generally, monument, Th.1.138, Pl.Criti.120c (pl.), X.HG2.4.17, IG14.1932 (ii A. D.), etc.

German (Pape)

[Seite 194] τό, ion. u. poet. μνημήϊον, = μνῆμα, Erinnerungszeichen, Andenken; ἔχεις λόγων φερτάτων μναμήϊα, Pind. P. 5, 49, der Worte Denkmal; Tragg., wie Aesch. Spt. 49; ὦ φιλτάτου μνημεῖον ἀνθρώπων, Soph. El. 1115, vgl. 921; μνημήϊα λιπέσθαι, Her. 2, 126. 135; ἐπίθες μνημεῖά μου, Eur. I. T. 702, vgl. 821; μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες, Thuc. 2, 41, der es 1, 138 auch für Grabdenkmal braucht, was als seine Eigenthümlichkeit in den VLL. bemerkt ist; so auch Xen. Hell. 2, 4, 17. 3, 2, 15; Matth. 8, 28; ἔχων αὐτοῦ μνημεῖον ἐν τῇ ψυχῇ, Plat. Theaet. 192 a; μνημεῖα ἀνετίθεσαν, Critia. 120 c; auch τάφων τε καὶ τῶν ἄλλων μνημείων μέγιστα γέρα λαγχάνοντα, Rep. III, 414 a, u. μνημεῖα δ' αὐτοῖς καὶ θυσίας τὴν πόλιν δημοσίᾳ ποιεῖν, Gedächtniß feiern, VII, 540 b. Auch Erinnerung in Beziehung auf die Zukunft, μνημεῖα καταλειφθῆναι τῶν μελλόντων ἔσεσθαι, Phaedr. 233 a. Er sagt auch τὰ παίδων μαθήματα θαυμαστὸν ἔχει τι μνημεῖον, bleibt wunderbar im Gedächtniß, Tim. 26 b.

Greek (Liddell-Scott)

μνημεῖον: Δωρικ. μνᾱμεῖον, Ἰωνικ. μνημήιον, τό, ὡς τὸ μνῆμα, μνημόσυνον, Λατ. monimentum, πρᾶγμα ἀνακαλοῦν εἰς τὴν μνήμην πρόσωπονπρᾶγμα, μνημήια λιπέσθαι Ἡρόδ. 2. 126, 135, πρβλ. Πινδ. Π. 5. 64, Αἰσχύλ. Θήβ. 49, κτλ.· μνημεῖα ὅρκων, πράγματα ἀναμιμνήσκοντα τοὺς ὅρκους, Εὐρ. Ἱκέτ. 1204· μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια Θουκ. 2. 41· μνημεῖα τῆς δαπάνης, σημειώσεις, Ἀριστ. Πολιτικ. 6. 7, 7. - Ὁ Λυσίας καλεῖ τὰς συμφορὰς ὡς ἱκανὰ μνημεῖα, μείναντα εἰς τὴν πόλιν πρὸς ὑπόμνησιν εἰς τὸ μέλλον..., 213. 2· τὰ παίδων μαθήματα θαυμαστὸν ἔχει τι μνημεῖον, θαυμαστῶς προσκολλῶνται εἰς τὴν μνήμην, Πλάτ. Τίμ. 26Β· μνημεῖα καταλειφθῆναι τῶν μελλόντων ἔσεσθαι ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρῳ 233Α. 2) ἐπὶ νεκροῦ, Σιμωνίδ. 111· μνημεῖ’ Ὀρέστου... προσθεῖναι Σοφ. Ἠλ. 933· ἐπὶ κάλπης περιεχούσης τὴν τέφραν τοῦ νεκροῦ, αὐτόθι 1126· οἰκοδόμημα ἐγερθὲν ἐπὶ τοῦ τάφου τινὸς πρὸς τιμὴν καὶ ἀνάμνησιν, Εὐριπ. Ι. Τ. 702, Θουκ. 1. 138, Πλάτ. Κριτί. 120C, Ξεν., κλ.· τάφος, Εὐαγγ. κ. Ἰω. ε΄, 28.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 souvenir;
2 signe pour rappeler un souvenir, monument commémoratif, urne contenant les cendres d’un mort, tombeau, mémorial.
Étymologie: μνήμη.

Spanish

tumba

English (Strong)

from μνήμη; a remembrance, i.e. cenotaph (place of interment): grave, sepulchre, tomb.

English (Thayer)

μνημείου, τό;
1. "any visible object for preserving or recalling the memory of any person or thing; a memorial, monument" (Aeschylus, Pindar, Sophocles, and following); in Biblical Greek so in a sepulchral monument: οἰκοδομεῖν μνημεῖα, Josephus, Antiquities 13,6, 5.
2. in the Scriptures a sepulchre, tomb: Sept. for קֶבֶר, Isaiah 22:16, etc.

Greek Monotonic

μνημεῖον: Δωρ. μνᾱμεῖον, Ιων. μνημήϊον, τό, όπως το μνῆμα, Λατ. monimentum·
1. κάθε ενθύμημα, ανάμνηση, εγγραφή στη μνήμη που ανακαλεί πρόσωπο ή πράγμα, σε Ηρόδ., Αττ.
2. λέγεται για νεκρό, μνήμα, μνημείο προς τιμήν του, σε Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

μνημεῖον: ион. μνημήϊον, дор. μνᾱμήϊον τό
1) тж. pl. память, воспоминание, тж. памятник, след (μ. τινος ἐν τῇ ψυχῇ ἔχειν Plat.): μνημήϊα λιπέσθαι Her. оставить (по себе) память; μνημεῖά θ᾽ ὅρκων μαρτύρημά θ᾽ Ἑλλάδι Eur. в память о клятвенном союзе и как свидетельство для (всей) Эллады; μνημεῖα κακῶν τε κὰγαθῶν ἀΐδια Thuc. непреходящие доказательства дурных и добрых дел;
2) надгробный памятник (τινος ἐν τῇ ἀγορᾷ Thuc.);
3) могила (τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν NT);
4) свежесть памяти, сила воспоминания: θαυμαστὸν ἔχειν μ. Plat. удивительно хорошо запоминаться.

Middle Liddell

μνημεῖον, δοριξ μνᾱμεῖον, ionic μνημήιον, ου, τό, like μνῆμα
1. Lat. monimentum, any memorial, remembrance, record of a person or thing, Hdt., attic
2. of one dead, a monument, Soph., etc.

Chinese

原文音譯:mnhme‹on 尼姆按
詞類次數:名詞(42)
原文字根:提醒
字義溯源:記念,墓,墳墓,墳塋,記念碑;源自(μνήμη)=記憶);而 (μνήμη)出自(μιμνῄσκομαι)=記念), (μιμνῄσκομαι)出自(μνάομαι)=記住),而 (μνάομαι)又出自(μένω)*=住)。參讀 (μιμνῄσκομαι)同源字
出現次數:總共(42);太(7);可(9);路(9);約(16);徒(1)
譯字彙編
1) 墳墓(35) 太27:52; 太27:53; 太27:60; 太28:8; 可6:29; 可15:46; 可16:2; 可16:3; 可16:5; 可16:8; 路11:44; 路11:47; 路11:48; 路23:55; 路24:2; 路24:9; 路24:12; 路24:22; 路24:24; 約5:28; 約11:17; 約11:31; 約11:38; 約12:17; 約19:42; 約20:1; 約20:1; 約20:2; 約20:3; 約20:4; 約20:6; 約20:8; 約20:11; 約20:11; 徒13:29;
2) 墳塋(4) 太8:28; 太23:29; 可5:2; 可5:3;
3) 墓(2) 太27:60; 可15:46;
4) 一座⋯墳墓(1) 約19:41