Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοιρολατρικός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μοιρολατρία ή στον μοιραλάτρη
2. ως ουσ. ο μοιρολάτρης. Επιρρ. μοιρολατρικώς και -ά
με μοιρολατρικό τρόπο, με τυφλή πίστη ότι τα πάντα διέπονται από τη μοίρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μοιρολάτρης. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία].