Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοιρολατρικός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μοιρολατρία ή στον μοιραλάτρη
2. ως ουσ. ο μοιρολάτρης. Επιρρ. μοιρολατρικώς και -ά
με μοιρολατρικό τρόπο, με τυφλή πίστη ότι τα πάντα διέπονται από τη μοίρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μοιρολάτρης. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία].