Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοιρολόγι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και μοιρολόι και μυρολόγι, το (Μ μοιρολόγιον και μοιρολόγιν και μοιρολόγι και μοιριολόγι και μοιριολόγι[ν]
1. θρηνητικό, λυπητερό άσμα που τραγουδιέται κατά την παράθεση ή την κηδεία νεκρού
2. μτφ. παράπονο με θρήνο για θλιβερό γεγονός, κλάψα
μσν.
1. ικεσία, παράκληση
2. φρ. α) «ἔρχομαι εἰς μοιρολόγια» — γίνομαι αξιοθρήνητος
β) «σηκώνω μοιρολόγι» ή «σταίνω μοιρολόγι» ή «σύρω μοιρολόγι» — αρχίζω να μοιραλογώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μνσ. μοιρολόγιον < μοιρολογώ. Ο τ. μοιρολόι < μοιρολόγι με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -γ-, Η γραφή της λ. με -υ- οδηγεί σε διαφορετική ετυμολόγηση: μυρολόγι < μυρολογώ].