Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μονόκυκλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: μονόκυκλος Medium diacritics: μονόκυκλος Low diacritics: μονόκυκλος Capitals: ΜΟΝΟΚΥΚΛΟΣ
Transliteration A: monókyklos Transliteration B: monokyklos Transliteration C: monokyklos Beta Code: mono/kuklos

English (LSJ)

ον,

   A with the top made in one piece, τράπεζα Demioprat. ap. Poll.10.81.    2 as Subst., one-wheeled cart, wheelbarrow, or perh. cart with solid wheels (cf. μονόστροφος 11), ὑπερτερία-κύκλου IG12.313.115, al.

German (Pape)

[Seite 203] mit einem Kreise, einer Scheibe, τράπεζα, Poll. 10, 81.

Greek (Liddell-Scott)

μονόκυκλος: -ον, ὁ ἔχων ἕνα μόνον κύκλον, τράπεζα Πολυδ. Ι΄, 81.

Greek Monolingual

μονόκυκλος, -ον (Α)
1. αυτός που έχει έναν μόνο κύκλο («μονόκυκλος τράπεζα» Πολυδ.)
2. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) ὁ μονόκυκλος ή τὸ μονόκυκλον
μικρή μονότροχη άμαξα ή μικρή άμαξα που είχε τροχό από ένα μόνο τεμάχιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)- + κύκλος (πρβλ. ημί-κυκλος)].