Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μονόμαζος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: μονόμαζος Medium diacritics: μονόμαζος Low diacritics: μονόμαζος Capitals: ΜΟΝΟΜΑΖΟΣ
Transliteration A: monómazos Transliteration B: monomazos Transliteration C: monomazos Beta Code: mono/mazos

English (LSJ)

ον,

   A with but one breast, Eust.402.37.

German (Pape)

[Seite 203] mit einer Brust, von den Amazonen, Eust. 402, 37.

Greek (Liddell-Scott)

μονόμαζος: -ον, ὁ ἔχων ἕνα μόνον μαστόν, Εὐστ. 402. 37.

Greek Monolingual

μονόμαζος, -ον (Μ)
(για αμαζόνα) αυτή που έχει έναν μόνο μαστό, μονοβύζα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)- + μαζός «μαστός» (πρβλ. δεκά-μαζος)].