Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοριότμητος

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μοριότμητος Medium diacritics: μοριότμητος Low diacritics: μοριότμητος Capitals: ΜΟΡΙΟΤΜΗΤΟΣ
Transliteration A: moriótmētos Transliteration B: moriotmētos Transliteration C: moriotmitos Beta Code: morio/tmhtos

English (LSJ)

ον, castrated, Anon.post Max.p.98 L.

Greek Monolingual

μοριότμητος, -ον (Α)
απόκοπος, ευνουχισμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μόριον «γεννητικό ανδρικό όργανο» + τμητός (< τέμνω), πρβλ. λαιμότμητος, χειρότμητος].