Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μορφήεις

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: μορφήεις Medium diacritics: μορφήεις Low diacritics: μορφήεις Capitals: ΜΟΡΦΗΕΙΣ
Transliteration A: morphḗeis Transliteration B: morphēeis Transliteration C: morfieis Beta Code: morfh/eis

English (LSJ)

εσσα, εν,

   A formed, λίθου of stone, IG3.716; esp. well-formed, shapely, ἰδεῖν μορφάεις Pi.I.7(6).22; cj. in Melanipp.1.

German (Pape)

[Seite 209] εσσα, εν, wohlgebildet, schön gestaltet; ἰδεῖν μορφάεις, Pind. I. 6, 22; παῖδες τὸν – γενετῆρα μορφήεντα λίθου θῆκαν, von einer Statue, Ep. ad. 584 (App. 111).

Greek (Liddell-Scott)

μορφήεις: -εσσα, εν, ὁ ἔχων μορφήν, σχῆμα, τοὔνεκα παῖδες τὸν ἀγακλειτὸν γενετῆρα μορφήεντα λίθου θῆκαν, ἔδωκαν εἰς αὐτὸν μορφὴν ἐκ λίθου, δηλ. ἀνήγειραν εἰς αὐτὸν ἀνδριάντα, Ἀνθ. Π. παράρτ. 111· ἰδίως, καλῶς ἐσχηματισμένος, εὔμορφος, Λατ. formosus, Πινδ. Ι. 7 (6), 30, Μελανιππίδ. 1.

French (Bailly abrégé)

ήεσσα, ῆεν;
1 d’une belle forme, beau;
2 figuré, façonné.
Étymologie: μορφή.

Greek Monolingual

μορφήεις και δωρ. τ. μορφάεις, -εσσα, εν (Α)
1. αυτός που έχει μορφή, σχήμα
2. πλασμένος καλά, σχηματισμένος με τέλειο τρόπο, όμορφος, καλοσχηματισμένος («ἰδεῑν μορφάεις», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μορφή + κατάλ. -ήεις (πρβλ. οπλ-ήεις)].

Greek Monotonic

μορφήεις: -εσσα, -εν, αυτός που έχει συγκεκριμένη μορφή, σχήμα, λίθου, από πέτρα, σε Ανθ.· ιδίως, καλοσχηματισμένος, όμορφος, Λατ. formosus, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

μορφήεις: ήεσσα, ῆεν, дор. μορφάεις, άεσσα, ᾶεν (ᾱ)
1) сделанный, изготовленный (λίθου Anth.);
2) красивый, прекрасный Pind.

Middle Liddell

μορφήεις, εσσα, εν [from μορφη]
formed, λίθου of stone, Anth.: esp. well-formed, shapely, Lat. formosus, Pind.