Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπαγκαδόρος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

και μπανκαδόρος, ο
(στη χαρτοπαιξία) αυτός που κάνει ή έχει τη μπάγκα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μπάγκα / μπάνκα + κατάλ. -δόρος (πρβλ. κολπα-δόρος, τρακα-δόρος)]·