Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μπογιά

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

η
1. βαφή, χρώμα
2. χρωστική ύλη οποιουδήποτε είδους («μπογιά τών παπουτσιών» — βερνίκι υποδημάτων)
3. φρ. «δεν περνά πια η μπογιά του» — έχασε πια τη γοητεία και την επιρροή του ή αποκαλύφθηκε η αναξιότητά του
4. κοινή ονομασία φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. boya].