Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυιοσόβη

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: μυιοσόβη Medium diacritics: μυιοσόβη Low diacritics: μυιοσόβη Capitals: ΜΥΙΟΣΟΒΗ
Transliteration A: myiosóbē Transliteration B: muiosobē Transliteration C: myiosovi Beta Code: muioso/bh

English (LSJ)

ἡ,

   A flyflap, Men.503, Anaxipp.7, Ael.NA15.14, cf. Poll.10.94; of a long beard, AP11.156 (Ammian.):—also μυοσόβη (q.v.).

German (Pape)

[Seite 216] ἡ, Fliegenscheuche, Fliegenwedel; Ael. H. A. 15, 14; Anaxipp. bei Poll. 10, 94; Men. bei Ath. XI, 484 c; vgl. Mein. Men. p. 175; bei Ammian. 21 (XI, 156) komisch für einen langen Bart.

Greek (Liddell-Scott)

μυιοσόβη: ἡ, «μυιαστῆρι», Μένανδ. ἐν «Φιλαδέλφοις» 1, Αἰλ. π. Ζ. 15. 14, πρβλ. Πολυδ. Ι΄, 94· - ἐπὶ μακροῦ πώγωνος, Ἀνθ. Π. 11. 156.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
chasse-mouches, moustiquaire.
Étymologie: μυῖα, σοβέω.

Greek Monolingual

η (Α μυιοσόβη και μυοσόβη)
δέσμη μακριών τριχών που είναι προσαρμοσμένη σε λαβή και χρησιμοποιείται για το διώξιμο τών μυγών, μυγιαστήρι
αρχ.
μτφ. μακριά γενειάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μυῖα «μύγα» + σόβη (< σοβῶ «απομακρύνω, διώχνω»)].

Greek Monotonic

μυιοσόβη: ἡ (σοβέω), μυγοσκοτώστρα, αντικείμενο που αποδιώχνει τις μύγες, λέγεται για μακρύ μούσι, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

μυιοσόβη:
1) опахало от мух Men.;
2) шутл. борода веером Anth.

Middle Liddell

μυιο-σόβη, ἡ, σοβέω
a fly-flap, of a long beard, Anth.