Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυρίος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: μῡρίος Medium diacritics: μυρίος Low diacritics: μυρίος Capitals: ΜΥΡΙΟΣ
Transliteration A: myríos Transliteration B: myrios Transliteration C: myrios Beta Code: muri/os

English (LSJ)

[ῐ], α, on (ος, ον APl.4.40 (Crin.)),

   A numberless, countless, infinite, prop. of Number, and commonly in pl., as mostly in Hom., Il.2.468, al.: also in sg. with collective Nouns, χέραδος μυρίον 21.320; λόγχη E.Ph.441; χαλκός Pi.N.10.45; χρυσός Theoc.16.22: strengthd., μάλα μυρίοι Od.17.422, 19.78; πολλάκις μυριοι Pl.Tht. 175a; μυρίαι ἐπὶ μυριαις πόλεις Id.Lg.676b, cf. Tht.155c, D.H.Rh. 7.4.    2 in Poets also, of Size, measureless, immense, in finite, μυρίος ὦνος Od.15.452; πένθος, ἄχος μ., Il.18.88, 20.282; μυρία ἄλγεα, κήδεα, 1.2, 24.639; μ. παντᾷ κέλευθος a boundless course, Pi.I.4(3).1, cf. B. 5.31; πάρεστι μ. κέλευθος μελέων Id.18.1; μ. παντᾷ φάτις Id.8.48; μ. μόχθοι, ἄχθος, A.Pr.541 (lyr.), S.Ph.1168 (lyr.); χάρις E.Alc.544; κλέος Theoc.Ep.21.2; μ. εὐφροσύνη APl. l.c. (Crin.): in Ion. Prose, ὄψις μυρίη all kinds of sights, Hdt.2.136; μ. κακότης, εὐδαιμονίη, Id.6.67; θῶμα Id.2.148: sts. in Pl., μ. πενία, διαφορότης, ἐρημία, Ap.23c, Phlb.13a, Lg.677e: so in later Prose, μ. ἀχλύς Jul.Or.7.232a.    3 of Time, μ. χρόνος Pi.I.5(4).28, S.OC397, 617.    4 neut. pl. μυρία as Adv., immensely, incessantly, ἔκλαυσεν μ. AP7.374 (Marc. Arg.), cf. 12.169 (Diosc.).    b dat. as Adv., μυρίῳ σοφώτερος infinitely wiser, E.Andr.701; μυρίῳ βέλτιον, μυριῳ κάλλιον, Pl.R.520c, Ti. 33b; μυρίῳ πρὸς εὐδαιμονίαν διαφέρειν to differ infinitely, Id.Plt.272c; but μυρίον διαφέρειν Id.Tht.166d.    II as a definite numeral, in pl. μύριοι, αι, α, ten thousand, first in Hes., τρὶς μ. Op.252, cf. Hdt.3.95, IG12.63.37, etc.: sg. in military phrases, ἵππος μ. 10,000 horse, A.Pers.302, Hdt.1.27, 7.41; ἀσπὶς μ. X.An.1.7.10: rarely with other words, κατὰ μυρίαν δεσμήν by the 10,000 bundles, PPetr.3p.101 (iii B. C.), cf. PSI4.393.11 (iii B. C.); οἱ Μύριοι the Ten Thousand, an assembly of the Arcadians, X.HG7.1.38, IG5(2).1.4 (Tegea, iv B. C.); οἱ Μ. ἐν Μεγάλῃ πόλει D.19.11.    III in late Greek, Adv. μυρίως Alex. Trall.5.4, Tz.H.13.521:—acc. to Gramm., μυρίος (parox.) is the indefinite, μύριος (proparox.) the definite number, μύριος ὁ ὡρισμένος ἀριθμός, μυρίος ἀόριστος Hdn.Gr.1.125, cf. Suid., Eust.907.8, etc.; but this distn. is not observed in codd.

German (Pape)

[Seite 219] sehr viel, unendlich viel, von sehr großer Zahl; gew. im plur.; δμῶες μάλα μυρίοι, Od. 17, 422; κὰδ δ' ἷζον παρὰ νηῒ μυρίοι, Il. 23, 29; so ἔθνεα, κήδεα, δῶρα u. ä. Doch auch im sing., πένθος μυρίον, unzähliges Leid, Il. 18, 88, wie ἄχος μυρίον, 20, 282; ἅλις χέραδος, μυρίον, 21, 320, sehr viel; μυρίος ὦνος, sehr großer Kaufpreis, Od. 15, 451; Pind. μυρία κέλευθος, unendlicher Weg, I. 3, 19, μυρίος χρόνος, 4, 31, χαλκός, N. 10, 45; ἀρεταῖς μυρίαις, 10, 3; μυρίας ἵππου βραβεύς, Aesch. Pers. 294; μυρίοις μόχθοις διακναιόμενον, Prom. 539; μυρίων ἐπιστροφαὶ κακῶν, Soph. O. C. 499; ἥξοντα βαίου κοὐχὶ μυρίου χρόνου, ib. 398; auch μυρίον ἄχθος, Phil. 1153; μυρίον χρυσοῦ σταθμόν, Eur. Bacch. 810; μυρίος ὄχλος, Cycl. 198; σοὶ μυρίαν ἕξω χάριν, Alc. 547, öfter; Ar. Th. 927; χρυσός, Theocr. 16, 22; μυρίον κλέος, Theocrit. ep. 18 (VII, 664); κῦδος, Ep. ad. 750 (App. 246); in Prosa; bes. Her. auch sing., μυρίη ὄψις, ein tausendfacher, mannichfaltiger Anblick, 2, 136, μυρίη κακότης, unendliches Elend, 6, 67, μυρίον θωὖμα, 2, 148 u. vgl. ; u. Plat., ἐν πενίᾳ μυρίᾳ εἰμί, Apol. 23 c, in unendlicher Armuth, διαφορότητα ἔχοντα μυρίαν που τυγχάνει, Phil. 13 a, μυρίαν τινὰ φοβερὰν ἐρημίαν, Legg. III, 677 e, βοήθεια, Epinom. 975 e, μυρίος λόγος, Epist. VII, 343 a, öfter; μυρίῳ adverbial gebraucht, τῶν νῦν οἱ τότε μυρίῳ, unendlich, πρὸς εὐδαιμονίαν διέφερον, Polit. 272 c; μυρίῳ βέλτιον, Rep. VII, 520 c; Folgde; ἐν μυρίῳ πένθει, Plut. Rom. 28; auch μυρία adverbial, sehr, unermeßlich, κλαίειν, λατρεύειν u. ä., M. Arg. 31 Diosc. 4 (VII, 374. XII, 169). Häufiger im plur., Thuc., Plat. u. Folgde. – Das Wort bezeichnet auch die bestimmte Zahl zehntausend; soll diese ausgedrückt werden, so wird mit verändertem Accent μύριοι geschrieben, obwohl dieser Accentunterschied gewiß eine Erfindung der Grammatiker ist, da dem Griechen ursprünglich μυρίοι wohl eine unendlich große Zahl, die größte, für die er ein eigenes Wort hat, bezeichnete, das eigentliche Zahlensystem aber nur bis 1000 ausgebildet war. Zuerst so Hes. O. 254; Her. oft, gew. im plur., nur bei Collectivis, wie ἡ ἵππος im sing., 1, 27. 7, 41; so auch bei Folgdn, ἀσπὶς μυρία, Xen. An. 1, 7, 10. – [Der Unterschied der Quantität in den beiden Bedeutungen, den Einige, wie Draco p. 65, 19 machten, ist falsch, υ ist immer lang.]

Greek (Liddell-Scott)

μῡρίος: -α, -ον, ἀναρίθμητος, ἄπειρος, ἀτελεύτητος, κυρίως ἐπὶ ἀριθμῶν, καὶ συνήθως ἐν τῷ πληθ., ὡς κατὰ τὸ πλεῖστον παρ’ Ὁμ.· ἀλλ’ ὅμως οὐχὶ σπάνιον ἐν τῷ ἑνικῷ μετὰ περιληπτικῶν ὀνομάτων, μυρίον χέραδος Ἰλ. Φ. 320· αἷμα Valck. εἰς Εὐρ. Φοιν. 1480· χαλκὸς Πινδ. Ν. 10. 84· χρυσὸς Θεόκρ. 16. 22· - ἐπιτεταμένον, μάλα μυρίοι Ὀδ. Ρ. 422., Τ. 78· πολλάκις μυρίοι Πλάτ. Θεαίτ. 175Α· μυρίαι ἐπὶ μυρίαις ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 676Β, πρβλ. Θεαίτ. 155C. 2) παρὰ ποιηταῖς ὡσαύτως ὡς τὸ πολύς, ἐπὶ μεγέθους, ἄμετρος, ἄπειρος, μυρίος ὦνος Ὀδ. Ο. 452· πένθος, ἄχος μυρίον Ἰλ. Σ. 88., Υ. 282· μυρία ἄλγεα, κήδεα Ἰλ., κτλ.· μ. κέλευθος, ἀτελεύτητος ὁδός, ταξείδιον, Πινδ. Ι. 4. 2· μ. μόχθος, ἄχθος, κτλ., Αἰσχύλ. Πρ. 541, Σοφ. Φ. 1168, κτλ.· ― οὕτως ἐν τῇ Ἰωνικῇ πεζογραφίᾳ, μυρίη ὄψις, παντοειδῆ θεάματα, Ἡρόδ. 2. 136· μ. κακότης 6. 67· θωῦμα 2. 148· καὶ ἐνίοτε παρὰ Πλάτ., μ. πενία, διαφορότης, ἐρημία Ἀπολ. 23Β, Φίληβ. 13Α, Νόμ. 677Ε. 3) ἐπὶ χρόνου, μυρίος χρόνος Πινδ. Ι. 5. 36, Σοφ. Ο. Κ. 397, 617· πρβλ. μυριετής. 4) οὐδ. πληθ. μυρία ὡς ἐπίρρ., πολύ, ἀπαύστως, ἀμέτρως, μ. κλαίειν Ἀνθ. Π. 7. 374, πρβλ. 12. 169. β) ὡσαύτως δοτ., ὡς ἐπίρρ., μυρίῳ σοφώτερος, ἀπείρως σοφώτερος, Εὐρ. Ἀνδρ 701· μυρίῳ βέλτιον, μ. κάλλιον Πλάτ. Πολ. 520C, Τίμ. 33Β· μυρίῳ διαφέρειν, ἀπείρως διαφέρειν, ὁ αὐτ. ἐν Πολιτ. 272C· οὕτω μυρίον διαφέρειν ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 166D. ΙΙ. ὡς ἀριθμητικὸν ἐπίθετον μύριοι, αι, α, (προπαροξυτόνως) δεκακισχίλιοι, ὅπερ ἦν ὁ μέγιστος ἀριθμὸς ἐκφερόμενος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ διὰ μιᾶς λέξεως· ἐπὶ ταύτης τῆς σημασίας ἀπαντᾷ πρῶτον ἐν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 250, ἀκολούθως συχνάκις παρ’ Ἡροδ. καὶ τοῖς Ἀττ. πεζογράφοις. Ἐν ὀλίγαις τισὶ στρατιωτικαῖς φράσεσιν εὑρίσκομεν τὸν ἑνικὸν ἀριθμ., ἵππος μυρίη, δεκασχίλιοι ἱππεῖς, Ἡρόδ. 1. 27., 7. 41· ἀσπὶς μυρία Ξεν. Ἀν. 1. 7, 10· πρβλ. ἵππος, ἀσπίς· ― οἱ Μύριοι, οἱ δεκακισχίλιοι, ἐκκλησίασυνέδριον τῶν Ἀρκάδων, Schneid. εἰς Ξεν Ἑλλ. 7. 1, 38: οἱ μύριοι ἐν Μεγάλῃ πόλει Δημ. 344. 13. ΙΙΙ. Ἐπίρρ. μυρίως, Ἐπιφάν., κτλ. ― κατὰ τοὺς Γραμμ., μυρίος (παροξ.) σημαίνει ἄπειρον καὶ ἀόριστον ἀριθμόν, μύριος (προπαροξ.) ὡρισμένον ἀριθμόν, «μυρία, πολλά, ἀναρίθμητα· μύρια δὲ ὁ ἀριθμός» Σουΐδ., πρβλ. Εὐστ. 907. 8, Δράκοντα 65, κτλ.· ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη ὀλίγον τηρεῖται ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις. (Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρώτη σημασία εἶναι ἡ τῆς ἀορίστου πληθύος οὐχὶ δὲ ἡ ἀριθμητική, φαίνεται ὅτι συγγενεύει πρὸς τὸ Λατ. mul-tus, καὶ πρὸς τὸ Κελτ. mohr, mawr, great, ἴδε Pott Et. Forsch. 2. σ. 221.)

French (Bailly abrégé)

α, qqf ος, ον :
I. très nombreux, innombrable;
1 en. parl. de pers. ou de choses qui se comptent δμῶες μάλα μυρίοι OD des serviteurs en nombre infini ; μυρία ἄλγεα IL des douleurs sans nombre ; collectiv. au sg. : ὄψις μυρίη HDT variété infinie de choses à voir;
2 en parl. de choses abstraites μυρία πενία PLAT extrême pauvreté ; θώϋμα μυρίον HDT merveille infinie ; adv. • μυρίῳ βέλτιον PLAT mille fois meilleur;
II. dix mille : μυρία ἵππος ESCHL, μυρίη ἵππος HDT ou ἀσπίς XÉN corps de 10 000 chevaux ou de 10 000 boucliers ; en ce sens on écrit au plur. avec changement d’accent μύριοι, αι, α.
Étymologie: cf. lat. multus.

English (Slater)

μῡρίος (-ίον, -ίων, -ίοις; -ία, -ίαις.)
   1 immeasurable μυριᾶν δ' ἀρετᾶν ἀτελεῖ νόῳ γεύεται (N. 3.42) φλέγεται δ' ἀρεταῖς μυρίαις ἔργων θρασέων ἕνεκεν (N. 10.3) ἀλλὰ χαλκὸν μυρίον οὐ δυνατὸν ἐξελέγχειν. μακροτέρας γὰρ ἀριθμῆσαι σχολᾶς (N. 10.45) ἔστι μοι θεῶν ἕκατι μυρία παντᾷ κέλευθος (I. 4.1) κλέονται ἔν τε φορμίγγεσσιν ἐν αὐλῶν τε παμφώνοις ὁμοκλαῖς μυρίον χρόνον (I. 5.28) μυρίαι δ' ἔργων καλῶν τέτμανθ ἑκατόμπεδοι ἐν σχερῷ κέλευθοι (sc. τῶν ἐγκωμίων) (I. 6.22) ἢ ὅτε καρτερᾶς Ἄδραστον ἐξ ἀλαλᾶς ἄμπεμψας ὀρφανὸν μυρίων ἑτάρων ἐς Ἄργος ἵππιον (I. 7.11) ἀμφιπόλοις δὲ [μ]υρ[ιᾶν] περὶ τιμᾶν δηριαζόμενον κτάνεν (μυρίαν Σ, N. 7: κυριᾶν Housman: μοιριᾶν Boeckh: Πυθιᾶν Zenodotos) Πα. . 11. μυρίᾶ[ (Pae. 6.175) ἀλκάεσσά τε Παλλάδος αἰγὶς μυρίων φθογγάζεται κλαγγαῖς δρακόντων Δ. 2. 1. ]μυρίων ε[ Παρθ. 2. . Πηλέος ἀντιθέου μόχθοις νεότας ἐπέλαμψεν μυρίοις fr. 172. 3.

Spanish

inconmensurable

English (Thayer)

μύρια, μυριον (from Homer down);
1. innumerable, countless (A. V. ten thousand): Buttmann (1873) Ausf. Sprchl. § 70 Anm. 15, vol. 1:278; Passow, under the word at the end; (Liddell and Scott, under the word, III.)), μύριοι, μύριαι, μύρια, ten thousand: Matthew 18:24.

Greek Monolingual

-ία, -ίο και μύριος, -ια, -ο (ΑΜ μυρίος, -ία, -ίον και μύριος, -ία, -ίον, Α θηλ. και μυρίος και αιολ. τ. μυρίη, Μ και μύριος, -ια, -ο)
1. (ως αριθμ. επίθ., συν. στον πληθ., προπαροξύνεται
κατά τους αρχ. και μτγν. γραμματικούς ως προπαροξύτονο σημαίνει ορισμένο αριθμό, 10. 000, ενώ ως παροξύτονο σημαίνει άπειρο και αόριστο αριθμό, τούτο όμως δεν τηρείται πάντοτε) μύριοι, -ιαι (-ιες), -ια
οι 10. 000, αυτοί που αριθμούνται σε 10. 000 (α. «ἡ κάθοδος τῶν μυρίων» β. «τάλαντα μύρια καὶ τετρακισχίλια», Ηρόδ.)
2. συνεκδ. πάρα πολλοί, απειράριθμοι, αναρίθμητοι (α. «έχω μύριες φροντίδες στο μυαλό μου» β. «χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι» γ. «ἔσταν δ' ἐν λειμῶνι... μυρίοι», Ομ. Ιλ.)
(νεοελλ.-μσν.)
1. πολύ μεγάλος, γιγάντιος
2. μτφ. πολύ αξιόλογος, σπουδαίος
3. φρ. «μυρία όσα» (και όχι «μύρια όσα») πλείστα όσα, πάρα πολλά
4. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) μύρια
πάρα πολύ
αρχ.
1. (για αριθμό, μέγεθος, ποσότητα, χρόνο κ.λπ.) άπειρος, ατελεύτητος, αμέτρητος, τεράστιος (α. «μυρίον χέραδος» — αμέτρητα λιθάρια και άμμος που κατεβάζουν οι χείμαρροι, Ομ. Ιλ.
β. «μυρίον πένθος», Ομ. Ιλ.
γ. «μυρία κέλευθος» — απέραντος δρόμος, ατέλειωτο ταξίδι, Πίνδ.
δ. «μυρίος χαλκός», Πίνδ. ε. «μυρίος χρυσός», Θεόκρ.
στ. «μυρίη ὄψις» — άπειρα θεάματα, Ηρόδ.
ζ. «μυρία πενία», Πλάτ.
η. «μυρία ἐρημία», Πλάτ.
θ. «χρόνου μυρίου», Σοφ.)
2. (με στρατ. λέξ. σε εν. αριθμ.) α) «ἵππος μυρίη»
10. 000 ιππείς, Ηρόδ.
β) «ἀσπὶς μυρία»
10. 000 οπλίτες, Ξεν.
3. (και με άλλες λέξεις) «κατὰ μυρία δεσμήν» — κατά 10. 000 δέματα πάπ.
4. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ Μύριοι
η βουλή τών Αρκάδων στη Μεγαλόπολη, που τήν αποτελούσαν 10. 000 μέλη, αντιπρόσωποι όλων τών αρκαδικών πόλεων
5. συχνά με επίταση (α. «δμῶες μάλα μυρίοι», Ομ. Οδ.
β. «Ἕλληνες πολλάκις μυρίοι», Πλάτ.
γ. «μυρίαι μὲν ἐπὶ μυρίαις πόλεις», Πλάτ.)
6. (το ουδ. εν. και πληθ. ως επίρρ.) μυρίον και μυρία
πάρα πολύ, απείρως, ακατάπαυστα, υπέρμετρα (α. «μυρία κλαίειν», Ανθ. Παλ. β. «μυρία ἁμαρτωλός», Εφρ. ο Σύρ.
γ. «θαμβῶ σε τὸ μυρίον», Ανθ. Παλ.)
7. (η δοτ. εν. ως επίρρ.) μυρίῳ
απείρως, πάρα πολύ, κατά πολύ («μυρίῳ σοφώτεροι», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η χρήση τόσο του μυρίοι «άπειροι, αναρίθμητοι» όσο και του μύριοι «αυτοί που αριθμούνται σε 10. 000» φαίνεται ότι είναι ελληνική δημιουργία, αφού δεν μαρτυρείται στην Ινδοευρωπαϊκή τύπος με αντίστοιχη σημ. Αρχικός θεωρείται ο τ. που τονίζεται στην παραλήγουσα μυρίος, ενώ ο τ. μύριος αποτελεί δευτερογενή σχηματισμό με αναβιβασμό του τόνου στην προπαραλήγουσα, προκειμένου να δηλώσει τον αριθμό 10. 000. Ίσως οι τ. να ανάγονται σε κάποιο εκφραστικό όνομα με σημ. «απέραντος όπως τα κύματα της θάλασσας» (πρβλ. μύρω), πλημυρίς, ἁλιμυρήεις). Οι τ. μύριοι και μυρίοι εμφανίζονται ως α' συνθετικό με τη μορφή μυρι(ο) -.
ΠΑΡ. (Τού μυρίος): αρχ. μυριόεις
αρχ.-μσν.
μυριοπλάσιος. (Τού μύριος): μυριάς, μυριάκις, μυριοστός
αρχ.
μυριακός, μυριοστίς, μυριότης.
ΣΥΝΘ. (Για σύνθ. με α' συνθετικό μύριος / μυρίος βλ. μυριο-). (Β' συνθετικό μύριοι): αρχ. δισμύριοι, εξακισμύριοι, επτακισμύριοι, πεντακισμύριοι, τετρακισμύριοι, τρισμύριοι.

Greek Monotonic

μῡρίος: [ῐ], -α, -ον,
I. 1. αναρίθμητος, αμέτρητος, άπειρος, κανονικά ως προς τον αριθμό και συνήθως στον πληθ., σε Όμηρ.· στον ενικ. με περιληπτικά ονόματα, μυρίον χέραδος, σε Ομήρ. Ιλ.· χαλκός, σε Πίνδ.
2. λέγεται για μέγεθος, αμέτρητος, απέραντος, άπειρος, πένθος, ἄχος, σε Ομήρ. Ιλ.· μύριος κέλευθος, ατέλειωτο ταξίδι, σε Πίνδ.· μύριος χρόνος, στον ίδ.· μυρίη ὄψις, όλα τα είδη των θεαμάτων, σε Ηρόδ. κ.λπ.
3. το ουδ. στον πληθ. μυρία ως επίρρ., πολύ, απεριόριστα, ακατάπαυστα, κλαίειν, σε Ανθ.
4. η δοτ. ως επίρρ., μυρίῳ σοφώτερος, απείρως σοφότερος, σε Ευρ.· μυρίῳ βέλτιον, μυρίῳ κάλλιον, σε Πλάτ.
II. ως αριθμητικό επίθ. στον πληθ. μύριοι, -αι, , δέκα χιλιάδες, ο μεγαλύτερος αριθμός που εκφραζόταν μονολεκτικά στην Αρχ. Ελληνική, σε Ησίοδ. κ.λπ.· στον ενικ., με περιληπτικά ονόματα, ἵππος μυρίη, 10.000 ιππείς σε Ηρόδ.· ἀσπὶς μυρία, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

μῡρίος: и 2 (преимущ. pl.)
1) равный десяти тысячам, составляющий или содержащий десять тысяч: ἵππος μυρίη Her. отряд конницы в десять тысяч человек; οἱ Μύριοι Xen. Десять тысяч (законодательное собрание);
2) многочисленный, бесчисленный, несметный (ἄλγεα, ἔθνεα, δῶρα Hom.): δμῶες μάλα μυρίοι Hom. огромное множество рабов;
3) нескончаемый, бесконечный (κέλευθος Pind.);
4) бесконечно разнообразный (ὄψις Her.);
5) огромный (ὦνος Hom.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: countless, immense, usu. in plur. (Il., poet.); pl. (with oppositive acc.) μύριοι tenthousand (Hes.Op.252).
Compounds: Often as 1. member, e.g. μυριό-καρπος with countless fruits (S.), -φόρος (ναῦς) tenthousandpounder, big freighter (Th.); also μυριόντ-αρχος (A., after ἑκατόντ-α.).
Derivatives: μυριάς, -άδος f. the number of 10.000, myriad (IA.); μυρι-οστός the tenthousandest (Att.; after ἑκατοστός, εἰκοστός), -αστός id. (hell.; after μυριάς); -οστύς f. = μυριάς (X.; cf. Benveniste Noms d'agent 74); μυρι-άκις tenthousand times (Att.), also -οντάκις id. (H. as explanation of μυριάκις; after ἑκατοντάκις); μυριονταδ-ικός of the number tenthousand (Theo Sm.; from *μυριοντάς after ἑκατοντάς). Further details in Schwyzer 593, 596 n. 4, 597.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Not well explained. Since Stokes BB 19, 97 and KZ 40, 249 usually connected with MIr. mūr mass, many; cf. also on μύρομαι. Hartner Paideuma 2, 306 considers connection with the word for ant in μύρμηξ etc. (s.v.); semant. quite posible, but phonetically difficult.

Middle Liddell

μῡρίος, η, ον
I. numberless, countless, infinite, properly of Number, and commonly in pl., Hom.; in sg. with collective Nouns, μυρίον χέραδος Il.; χαλκός Pind.
2. of Size, measureless, immense, infinite, πένθος, ἄχος Il.; μ. κέλευθος an endless journey, Pind.; μ. χρόνος id.; μυρίη ὄψις all kinds of sights, Hdt., etc.
3. neut. pl. μυρία as adv., much, immensely, incessantly, κλαίειν Anth.
4. dat. as adv., μυρίῳ σοφώτερος infinitely wiser, Eur.; μυρίῳ βέλτιον, μ. κάλλιον Plat.
II. as a definite numeral, in pl. μύριοι, αι, α, ten thousand, the greatest number in Greek expressed by one word, Hes., etc.:—in sg. with collective nouns, ἵππος μυρίη 10, 000 horse, Hdt.; ἀσπὶς μυρία Xen.

Chinese

原文音譯:mÚrioi 祕里哀
詞類次數:形容詞(3)
原文字根:一萬
字義溯源:(幾)萬*,萬句,眾多
同源字:1) (μυριάς)一萬 2) (μύριοι / μυρίος)(幾)萬
出現次數:總共(3);太(1);林前(2)
譯字彙編
1) 一萬(2) 太18:24; 林前4:15;
2) 萬句(1) 林前14:19