Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μυχαίτατος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μῠχαίτατος Medium diacritics: μυχαίτατος Low diacritics: μυχαίτατος Capitals: ΜΥΧΑΙΤΑΤΟΣ
Transliteration A: mychaítatos Transliteration B: mychaitatos Transliteration C: mychaitatos Beta Code: muxai/tatos

English (LSJ)

η, ον, irreg. Sup. of μύχιος, Arist.Mu.393a32, St.Byz.

   A s.v. Ἄλωρος: Comp. μυχαίτερος Hdn.Epim.166; formed like μεσαίτατος, παλαίτατος.

German (Pape)

[Seite 223] unregelmäßiger superl. zu μύχιος; Arist. de mund. 3; μυχαίτερος, Hdn. ἐπιμ. 166.

Greek (Liddell-Scott)

μῠχαίτατος: -η, -ον, ἀνώμαλον ὑπερθετ. τοῦ μύχιος, Ἀριστ. π. Κόσμου 3. 10, Κλήμ. Ἀλ. 840, Στέφ. Β. ἐν λ. Ἄλωρος· συγκρ. μυχαίτερος, Ἡρῳδιαν. Ἐπιμερ. 166· - σχηματισθὲν κατὰ τὰ μεσαίτατος, παλαίτατος.

Greek Monolingual

μυχαίτατος, -τάτη, -ον (ΑΜ, Α και μυχοίτατος και μύχατος και μυχώτατος Μ και μυχέστατος, -η, ον)
ο ενδότατος, ο εσώτατος, ο βαθύτατος, ο κρυμμένος πολύ βαθιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μυχαίτατος < μυχός, κατά τα υπερθετικά σε -αίτατος (πρβλ. μεσ-αίτατος). Ο τ. μυχέστατος < μυχός, κατά τα υπερθετικά σε -έστατος, πρβλ. ερρωμεν-έστατος, ενώ ο τ. μυχώτατος είναι μεταγενέστερος].

Russian (Dvoretsky)

μῠχαίτατος: Arst. superl. к μύχιος.