Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μόδος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: μόδος Medium diacritics: μόδος Low diacritics: μόδος Capitals: ΜΟΔΟΣ
Transliteration A: módos Transliteration B: modos Transliteration C: modos Beta Code: mo/dos

English (LSJ)

ὁ, v. l. for μάδος, Hp.

   A Acut.(Sp.) 38.

German (Pape)

[Seite 197] ὁ, eine Pflanze, Hippocr., wahrscheinlich μάδος

Greek (Liddell-Scott)

μόδος: ὁ φυτόν τι, πιθ. = μάδον, μάδος, μαδωνία, Ἱππ. 403. 17.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
couleuvrée, plante.
Étymologie: DELG -.

Greek Monolingual

ο (Μ μόδος)
1. τρόπος («εις κάποιο μόδο γεις τ' αλλού ήπαιζε με τ' αμμάτι», Ερωτόκρ.)
2. μέθοδος
3. δυνατότητα
4. μέσο
5. φρ. α) «είμαι του μόδου μου» — είμαι ελεύθερος
β) «κάνω μόδο» i) βρίσκω τρόπο
ii) πετυχαίνω
νεοελλ.
επάρκεια πόρων ζωής, περιουσία («έχει τον μόδο του»)
μσν.
1. ικανότητα, επιδεξιότητα
2. γνώμη
3. σχέδιο
4. τρόπος ενέργειας
5. επιθυμία
6. διαταγή
7. απόφαση
8. εμφάνιση, όψη
9. φρ. α) «τοῦ μόδου μου» και «εἰς τὸν μόδον μου» — όπως μού αρέσει ή όπως μέ βολεύει
β) «ἀφήνω κάποιον στὸ μόδο του» — δίδω την πρωτοβουλία, επιτρέπω σε κάποιον να δράσει κατά τη βούλησή του
γ) «βρίσκω τὸ μόδο μου»
i) τακτοποιούμαι, βολεύομαι
ii) ετοιμάζομαι
δ) «εἶμαι στὸ μόδο μου» και «εἶμαι τοῦ μόδου κάποιου» — είμαι στη διάθεση ή στην εξουσία κάποιου
ε) «δὲν εἶναι μόδος» — δεν είναι σωστό, δεν πρέπει
στ) «κάνω (ή «ποιῶ») κάποιον ἤ κάτι στὸ μόδο μου»
i) παίρνω, έχω στη διάθεσή μου
ii) χρησιμοποιώ, διαχειρίζομαι όπως θέλω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. modo < λατ. modus «τρόπος»].