Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μόλιβος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: μόλῐβος Medium diacritics: μόλιβος Low diacritics: μόλιβος Capitals: ΜΟΛΙΒΟΣ
Transliteration A: mólibos Transliteration B: molibos Transliteration C: molivos Beta Code: mo/libos

English (LSJ)

ὁ, Ep. form of μόλυβδος (q.v.),

   A lead, once in Hom., μόλιβος ὣς ἐτράπετ' αἰχμή Il.11.237, cf. Call. Aet.3.1.30: also fem., AP 9.723 (Antip. Sid.); also found in PTeb.121.52 (i B.C., pl.), PLond. 3.1177.301 (ii A. D.), Ostr.Bodl. iii 310 (prob. iii A.D.), and codd. of Ph.Bel.80.7,90.9, Ael.NA14.25, etc.

German (Pape)

[Seite 199] ὁ, p. = μόλυβδος, Blei; μόλιβος ἃς ἐτράπετ' αἰχμή, Il. 11, 237; sp. D., auch ἡ μόλιβος, Ep. ad. 222 (IX, 723); auch einzeln bei sp. Prosaikern, Ath. V, 207 a, die auch μόλυβος sagten, vgl. Piers. Moer. 257, der es für hellenistisch erklärt.

Greek (Liddell-Scott)

μόλῐβος: -ου, ἀρχαιότερος καὶ Ἐπικ. τύπος τοῦ μόλυβδος (ὃ ἴδε), «μολίβι», μόνον ἅπαξ παρ᾿ Ὁμ. (πλὴν ὅτι μεταχειρίζεται τὸ παράγωγον μολύβδαινα, μολυβδαίνῃ ἰκέλη Ἰλ. Ω. 80), ὡς μέταλλον μαλακόν, μόλιβος ὥς, ἐτράπετ᾿ αἰχμὴ Ἰλ. Λ. 237· ὡσαύτως θηλ., Ἀνθ. Π. 9. 723· ‒ τύπος τις διὰ τοῦ β, περιβολιβῶσαι (ἀόρ. αʹ ἀπαρ.) ἀπαντᾷ ἔν τισι Ροδ. Ἐπιγραφ. ἐν τοῖς Trans. of Roy Soc. of Lit. xi. 3 (new ser.), σ. 7. ‒ Παρὰ τοῖς μεταγεν. ἐνίοτε ἐγράφετο μόλυβος, κατ᾿ ἀναλογίαν τοῦ μόλυβδος, Piers. εἰς Μοῖρ. 257.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ ou ἡ)
plomb.
Étymologie: cf. μόλυβδος, μόλιβδος.

English (Autenrieth)

lead, Il. 11.237†.

Spanish

plomo

Greek Monolingual

μόλιβος, ὁ (Α)
βλ. μόλυβδος.

Greek Monotonic

μόλῐβος: -ου, ὁ, αρχ. τύπος του μόλυβδος, το μέταλλο μόλυβδος, σε Όμηρ.· θηλ. σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

μόλῐβος: ὁ Hom. (Anth. ἡ) = μόλυβδος.

Middle Liddell

μόλῐβος, ου,
lead, Hom.; fem. in Anth. older form of μόλυβδος