Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μόριμος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: μόρῐμος Medium diacritics: μόριμος Low diacritics: μόριμος Capitals: ΜΟΡΙΜΟΣ
Transliteration A: mórimos Transliteration B: morimos Transliteration C: morimos Beta Code: mo/rimos

English (LSJ)

ον, poet. for

   A μόρσιμος, μόριμον δέ οἵ ἐστ' ἀλέασθαι Il.20.302; μ. υἱός Pi.O.2.38; λάχος A.Ch.361 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 207] ον, poet. = μόρσιμος, μόριμον δέ οἵ ἐστ' ἀλέασθαι, Il. 20, 302; μόριμος υἱός, Pind. Ol. 2, 42, der vom Schicksal bestimmte Oedipus; μόριμον λάχος πιμπλάντων, Aesch. Ch. 356.

Greek (Liddell-Scott)

μόρῐμος: -ον, ποιητ. ἀντὶ τοῦ μόρσιμος, Ἰλ. Υ. 302, Πινδ. Ο. 2. 70, Αἰσχύλ. Χο. 360.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. μόρσιμος.

English (Autenrieth)

(μόρος) = μόρσιμος, Il. 20.302†.

English (Slater)

μόρῐμος (cf. μόρσιμος)
   1 fated ἔκτεινε Λᾷον μόριμος υἱός (byz., Σ: μόρσιμος codd.: i. e. ὁ κατὰ μοῖραν αὐτῷ γενόμενος, Gildersleeve; who was fated to be his ) O.2.38.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α μόριμος, -ον)
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο μόριμος
εντομολ. γένος εντόμων της οικογένειας cerambycidae
αρχ.
βλ. μόρσιμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. μόρσιμος.

Greek Monotonic

μόρῐμος: -ον, ποιητ. αντί μόρσιμος, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

μόρῐμος: Hom., Pind., Aesch. = μόρσιμος.

Middle Liddell

μόρῐμος, ον [poetic for μόρσιμος, Il., Aesch.]