Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μύσος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: μύσος Medium diacritics: μύσος Low diacritics: μύσος Capitals: ΜΥΣΟΣ
Transliteration A: mýsos Transliteration B: mysos Transliteration C: mysos Beta Code: mu/sos

English (LSJ)

[ῠ], εος, τό,

   A uncleanness, defilement, Emp.128.9, A.Ch.650 (lyr.), Eu.839 (lyr.), S.OT138, E.HF1155, Hp.Morb.Sacr.1: and in later Prose, as D.S.1.21, SIG985.38 (Philadelphia, i A.D.), Porph. Abst.2.11, Dam.Isid.108, Sch.Luc.JTr.8.

German (Pape)

[Seite 222] τό, nicht μῦσος, vgl. Draco p. 65, 15 u. E. M. 588, 52, alles Ekel und Abscheu Verursachende, wobei man aus Ekel mit der Nase schnaubt, VLL. erkl. μίασμα, βδέλυγμα; gew. übertr., Vetbrechen, ruchlose Handlung; δωμάτων παλαιτέρων τίνειν μύσος, Aesch. Ch. 640; ἀτίετον, Eum. 803; ὅταν ἀφ' ἑστίας μύσος πᾶν ἐλάσῃ, Ch. 961, öfter; τοῦτ' ἀποσκεδῶ μύσος, Seph. O. R. 138; μιαιφόνον, Eur. Andr. 335; τεκνοκτόνον, Herc. Fur. 1155, öfter; auch in sp. Prosa, καθαρὸς παντὸς μύσους, D. Sic. 1, 21. 65.

Greek (Liddell-Scott)

μύσος: τό, ἀκαθαρσία σώματος καὶ ψυχῆς: μεταφ., βδέλυγμα, Λατ. piaculum, ὡς τὸ μίασμα, Τραγ., ὡς Αἰσχύλ. Χο. 650, 839, Σοφ. Ο. Τ. 138, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1155· ὡσαύτως παρ’ Ἱππ. 303. 39, καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, ὡς Σχόλ. Λουκ. εἰς Δία Τραγῳδ. 8. [Ἐνίοτε φέρεται προπερισπωμένως μῦσος, ἀλλ’ ἡμαρτημένως, διότι τὸ υ εἶναι ἀείποτε βραχύ, Δράκων 65. 15, Ἐτυμ. Μέγ. 588. 52· ἴσως τὸ σφάλμα προέκυψεν ἐκ τοῦ μῖσος.]

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
action ou parole abominable, crime, infamie ; souillure.
Étymologie: μύω.

Greek Monolingual

το (ΑΜ μύσος καί μῡσος)
ακαθαρσία σώματος και ψυχής, μίασμα, βδέλυγμα («τεκνοκτόνον μύσος εἰς ὄμμαθ' ἥξει φιλτάτῳ ξένων ἐμῶν», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται πιθ. σε μυδ-σ-ος, οπότε εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα mu-d- της ΙΕ ρίζας meu-d- (παρεκτεταμένης με οδοντικό -d- μορφής της ΙΕ ρίζας meu- «υγρός, μουχλιασμένος, ρυπαίνω, καθαρίζω») και συνδέεται με το μυδάω «είμαι υγρός» (πρβλ. ιρλδ. mosach «ρυπαρός», αρχ. γερμ. mussig «ρυπαρός», ρωσ. mušlitĭ «πιπιλίζω»). Κατ' άλλη άποψη, η λ. συνδέεται με το μύω, οπότε θα είχε τη σημ. «αυτός που, με την αποστροφή την οποία προκαλεί, οδηγεί σε κλείσιμο τών ματιών», ενώ από άλλους συσχετίζεται με τη λ. μῖσος].

Greek Monotonic

μύσος: [ῠ], τό, ακαθαρσία σώματος ή πνεύματος· μεταφ., βδέλυγμα, μίασμα, Λατ. piaculum, στους Τραγ.

Russian (Dvoretsky)

μύσος: εος (ῠ) τό позор, бесславие, бесчестие, пятно: μ. μιαιφόνον Eur. позор (грех) убийства; αἱμάτων παλαιτέρων τίνειν μ. Aesch. искупить преступление пролитой некогда крови.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: pollution, defilement, horrible figure (Emp., trag., Hp.).
Compounds: Few compp., e.g. χερομυσής polluting the hands (A. Ch. 73) with verbal interpretation of the 2. member (cf. Schwyzer 513), μυσ-αχθής burdened by μύσος, horrible (Nic., AP).
Derivatives: Adj. μυσαρός polluted, defiled, horrible (Hdt., E., Ar.), -ερός (Man.), cf. μιαρός, -ερός; with μυσαρία (Sm.); also μυσά μιαρά, μεμιασμένα, μυσαρά H. -- Verbs: 1. μυσάττο-μαι, -αχθῆναι, -άξασθαι feel defiled, loathe, abhor (Hp., E., X., Luc.); with μύσαγμα = μύσος (A. Supp. 995) and the expressive μυσάχνη f. prostitute (Archil. 184), = μισητή, ἀκάθαρτος H., μυσαχνόν μεμολυσμένον H., cf. βδελύττομαι : βδελυχρός and Debrunner IF 21, 217. -- 2. μυσάζω = μυσάττομαι (Aq.). -- 3. μυσιάω abhor, loathe (Corn.), after the verbs of disease in -ιάω (Schwyzer 732). -- With velar enlargement μύσκος μίασμα, κῆδος H.; cf. μίαχος s. μιαίνω.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: As to the formation recalling μῖσος, but without certain etymology. Since Benfey (s. Curtius 336) as *μύδ-σ-ος connected with μυδάω be moist, putrid "was eigentlich nicht viel besagt" (Frisk). Isolated words meaning unclean v.t. from Celt., Germ. and Slav. are compared in WP. 2, 251 and Pok. 742, e.g. OIr. mosach (< *mudsāko-), LGerm. mussig dirty, Russ. múslitь suck, beslaver (cf. Vasmer s.v.). S. also W.-Hofmann s. mustus.

Middle Liddell

μύ˘σος, εος, τό,
uncleanness of body or mind: metaph. an abomination, defilement, Lat. piaculum, Trag.