Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μύσχον

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
τὸ ἀνδρεῖον καὶ γυναικεῖον μόριον Hsch.
Étymologie: DELG cf. μυχός, μόσχος².

Greek Monolingual

μύσχον (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «τὸ ἀνδρεῑον και γυναικεῑον μόριον».
[ΕΤΥΜΟΛ. < μύχ-σκον (πρβλ. μυχός). Κατ' άλλη άποψη, η λ. συνδέεται με μόσχος (ΙΙ) «είδος ζώου»].