Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μῶλυ

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: μῶλῠ Medium diacritics: μῶλυ Low diacritics: μώλυ Capitals: ΜΩΛΥ
Transliteration A: mō̂ly Transliteration B: mōly Transliteration C: moly Beta Code: mw=lu

English (LSJ)

τό,

   A moly, a fabulous herb, Od.10.305, cf. Com.Adesp.641; cf. μῶλυς 11.    II in later writers, garlic, Allium nigrum, Thphr.HP 9.15.7, Dsc.3.47; cf. μώλυζα.    2 a kind of πήγανον ἄγριον growing in Cappadocia, ib.46.    3 = ἠρύγγιον, Ps.-Dsc.3.21.    4 = στρύχνον ὑπνωτικόν, Plin.HN21.180. (Cf. Skt.mū´lam 'root', mūlakarma 'magical use of roots'.)

German (Pape)

[Seite 225] υος, τό, hieß nach Hom. in der Sprache der Götter ein fabelhaftes Kraut mit schwarzer Wurzel u. weißer Blüthe, mit geheimer Zauberkraft; Od. 10, 305 giebt es Hermes dem Odysseus als Gegenzauber gegen die Zauberkünste der Kirke; Lycophr. 679 [wo υ]. – Bei Theophr. u. Diosc. eine Art Knoblauch, vgl. das Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

μῶλυ: τό, μυθῶδές τι φυτὸν μαγικὴν ἔχον δύναμιν, ἔχον δὲ μέλαιναν ῥίζαν καὶ ἄνθος λευκὸν καὶ φέρον τὸ ὄνομα τοῦτο παρὰ τοῖς θεοῖς, ῥίζῃ μὲν μέλαν ἔσκε, γάλακτι δὲ εἴκελον ἄνθος· μῶλυ δέ μιν καλέουσι θεοὶ Ὀδ. Κ. 305, ἔνθαἙρμῆς δίδει αὐτὸ εἰς τὸν Ὀδυσσέα ὡς ἀντίδοτον πρὸς τὰ θέλγητρα καὶ μαγικὰ φάρμακα τῆς Κίρκης, πρβλ. Λυκόφρ. 679· - κατὰ τὸν Dierbach., τὸ αὐτὸ καὶ μανδραγόρας. ΙΙ. παρὰ μεταγεν. βεβαίως ἀντὶ τοῦ σκορόδου, allium, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 15, 7, Διοσκ. 3. 54 (ἔνθα ἀπαντᾷ ἡ γεν. μώλεως)· πρβλ. τὸ ἑπόμ.· [ῠ· ἀλλὰ παρὰ Λυκ. ἔνθ· ἄνωτ. ῡ].

French (Bailly abrégé)

υος (τό) :
plante à racines noires et à fleurs blanches avec des propriétés magiques.
Étymologie: DELG étym. obscure.

English (Autenrieth)

moly, an herb given by Hermes to Odysseus to afford protection against the spells of Circe, Od. 10.305†, described v. 304.

Greek Monolingual

μῶλυ, τὸ (Α)
1. μυθικό φυτό με μαύρη ρίζα και λευκό άνθος, το οποίο έδωσε ο Ερμής στον Οδυσσέα ως αντιφάρμακο κατά της μαγικής τέχνης της Κίρκης
2. το φυτό κρόμμυον το μέλαν
3. το φυτό πήγανον ή άρμαλα, το οποίο αναπτυσσόταν, κυρίως, στην Καππαδοκία
4. το φυτό ηρύγγιον
5. το φυτό στρύχνον το υπνωτικόν.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. άγνωστης προελεύσεως που εμφανίζει κατάλ. -υ (πρβλ. μίσ-υ). Διάφορες θεωρίες στις οποίες επιχειρήθηκε σύνδεση της λ. είτε με αρχ. ινδ. mulam «ρίζα» είτε με τα μαλάχη ή μολόχη, λατ. malua κ.ά. έχουν ήδη καταρριφθεί].

Greek Monotonic

μῶλυ: τό, μώλυ, μανδραγόρας, μυθικό φυτό με μαγική δύναμη, που έχει μαύρη ρίζα και λευκό άνθος, το οποίο δόθηκε από τον Ερμή στον Οδυσσέα ως αντίδοτο στα θέλγητρα και τη σαγήνη της Κίρκης, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

μῶλυ: υος τό бот. моли (чудодейственное растение с белыми цветами и черным корнем) Hom.

Etymological

Grammatical information: n.
Meaning: name of an unknown plant (κ 305, Com. adesp. 641), by later authors (Plin., Dsc., Ps.-Dsc., Poet. de herb.) differently identied, after Thphr. HP 9. 15, 7 Arcad. name of a kind of garlic Allium nigrum; also μῶλυς ῥίζα (Lyk. 679). See Ferrari Ist. Lomb. 88, 12ff.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin](X)
Etymology: Foreign word of unknown origin; cf. Henry Class. Rev. 20, 434 f., André Rev. de phil. 84, 234. For the u-stem cf. μίσυ, βράθυ, σῶρυ a.o. (Chantraine Form. 119). Rejectable IE etymologies by Kretschmer KZ 31, 386 (to Skt mū́lam root; thus a.o. Güntert Götter und Geister 92ff.), Oštir Don. nat. Schrijnen 286ff. After Cocco Arch. glottol. it. 40, 10ff. Mediterranean word to μαλάχη etc.; by André (s.v.) rightly doubted. Cf. also Neumann Heth. u. luw. Sprachgut 28. s. on μώλυζα s.v., which has a non-Greek suffix (cf. κόνυζα, ὅρυζα); so prob. Pre-Greek.

Middle Liddell


moly, mandrake, a fabulous herb of magic power, having a black root and white blossom, given by Hermes to Ulysses, as a counter-charm to the charms of Circe, Od.