Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νάερρα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: νάερρα Medium diacritics: νάερρα Low diacritics: νάερρα Capitals: ΝΑΕΡΡΑ
Transliteration A: náerra Transliteration B: naerra Transliteration C: naerra Beta Code: na/erra

English (LSJ)

δέσποινα, Hsch. ναέτειρα (ναίτ- cod.)· οἰκοδέσποινα, Id.

Greek Monolingual

νάερρα και νάειρα και να(έ)τειρα, ἡ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «δέσποινα».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. αιολ. τ., όπως μαρτυρεί η κατάλ. -ερα, αντίστοιχη της -ειρα. Συνδέεται πιθ. με τη γλώσσα του Ησυχίου ναίτειρα
οικοδέσποινα, για την οποία προτείνεται η διόρθωση ναέτειρα, γεγονός που οδηγεί σε αντίστοιχη διόρθωση να(έτ)ερρα, οπότε ανάγεται στο ρ. ναιετάω, παρ. ενεστώτα του ναίω «κατοικώ». Κατ' άλλη άποψη, η λ. προέρχεται από νασ-ερyα, οπότε ανάγεται απευθείας στο ναίω (< νασ-)].

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: δέσποινα H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Aeolic form (cf. Wackernagel IF 43, 124 = Kl. Schr. 2, 842), prob. with Hoffmann Dial. 2, 24.l for να<έτ>ερρα; cf. ναίτειρα (leg. ναέτ-?) οἰκοδέσποινα H. -- Acc. to v. Blumenthal Hesychst. 43 however from *νάσ-ερι̯α (like Δάειρα, πίειρα a.o.) to ναίω (< *νάσ-ι̯ω), νάσ-σαι live.

Frisk Etymology German

νάερρα: {náerra}
Meaning: δέσποινα H.
Etymology : Äolische Form. (vgl. Wackernagel IF 43, 124 = Kl. Schr. 2, 842), wohl mit Hoffmann Dial. 2, 24.l für να<έτ>ερρα; vgl. ναίτειρα (leg. ναέτ-?)· οἰκοδέσποινα H. —Nach v. Blumenthal Hesychst. 43 dagegen aus *νάσερι̯α (wie Δάειρα, πίειρα u.a.) zu ναίω (aus *νάσι̯ω), νάσσαι wohnen.
Page 2,286