Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νέομαι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: νέομαι Medium diacritics: νέομαι Low diacritics: νέομαι Capitals: ΝΕΟΜΑΙ
Transliteration A: néomai Transliteration B: neomai Transliteration C: neomai Beta Code: ne/omai

English (LSJ)

contr. νεῦμαι, Il.18.136: νείομαι v.l. in 23.76; 2 and 3sg. contr. νεῖαι, νεῖται, Od.11.114, 14.152, etc.; 1pl.

   A νεύμεθα Theoc.18.56, A.R.2.1153; 2pl. νέεσθε Id.3.306, νεῖσθε E.Alc.737; imper. νεῖο AP7.472b (Leon.); subj. 2sg. νέηαι Il.1.32; 1pl. νεώμεθα 2.236; opt. νεοίμην 14.335; inf. νέεσθαι 2.84, al., contr. νεῖσθαι Od.15.88, Pi.P. 4.247, S.Ant.33; part. νεόμενος E.El.722 (lyr.), νεύμενος Call.Hec.1.1.6, AP9.96 (Antip. Thess.): Ep. impf. νεόμην Theoc.25.207, νέοντο Il.5.907:—go or come (mostly with fut. sense, to which the inf. is the most freq. exception), πάλιν ν. go back, freq. return, πάλιν οἶκόνδε ν. Il. 6.189, Od.6.110; οὐ νέοντ' ἄνευ στεφάνων Pi.N.4.77; in Hom. always of persons, exc. ποταμοὺς δ' ἔτρεψε νέεσθαι κὰρ ῥόον Il.12.32; ἄνεμοι… ἔβαν οἶκόνδε νέεσθαι 23.229: metaph., of the path of song, μακρά μοι νεῖσθαι κατ' ἀμαξιτόν Pi.P.4.247:—Constr.: mostly folld. by εἰς, πρός, ἐπί c. acc., ἐς πατρίδα γαῖαν Il.18.101; πρὸς δῶμα 14.335; ἐφ' ἡμέτερα Od.15.88; also by ὑπό c. acc., ὑπὸ ζόφον Il.23.51; by ἐπί c. dat., 22.392: c. acc. only, 7.335.—Ep. Verb, rare in Trag. (v. supr.): once in early Prose, dub. l. in X.Cyr.4.1.11: in late Prose, Dam.Pr.81.—The Act. forms νέουσα h.Cer.395, Dor. 3pl. fut. νησοῦντι Sophr.101, are corrupt. (From νεσ-ομαι, cf. νόστος, Skt. násate 'take as companion'.)

German (Pape)

[Seite 242] auch zsgzgn νεῦμαι, Il. 18, 136, wie Opp. C. 3, 101; 2. u. 3. Person immer νεῖαι, νεῖται, Od, 11, 114. 12, 141 u. sonst; inf. νεῖσθαι, Od. 15, 88, gew. νέεσθαι; nur pr. u. impf.; – gehen, kommen, theils weggehen, theils zurückkommen, zurückkehren; Hom. oft, von Göttern und Menschen; οἴκαδέ περ σὺν νηυσὶ νεώμεθα, Il. 2, 236, öfter; οἶκόνδε νέεσθαι, ἐφ' ἡμέτερα, Od. 15, 88; πατρίδα γαῖαν, Il. 7, 335; πρὸς δῶμα, 18, 377; ὑπὸ ζόφον, 23, 51; Ἄργος ἐς ἱππόβοτον, 3, 74; νεῖται Ὀδυσεύς, Od. 14, 152; oft hat es, wie εἶμι, Futurbedeutung, vgl. noch ὁππότε Τηλέμαχος νεῖτ' ἐκ Πύλου Od. 4, 633; οὐδέ σέ φημι ἄπρηκτόν γε νέεσθαι, Il. 14, 221; – Pind. οἴκαδ' οὐ νέοντ' ἄνευ στεφάνων, N. 4, 27; Πελειάδων μὴ τηλόθεν νεῖσθαι Ὠαρίωνα, 2, 12, öfter; νεῖσθαι, Eur. Alc. 740; νεόμενος εἰς ἀγόρους, El. 723; δεῦρο νεῖσθαι, Soph. Ant. 33; einzeln bei sp. D., νεῖο, imperat., Leon. Tar. 70 (VII, 472 fehlt der Vers); νεύμενος εἰς Ἀΐδην, Ant. Th. 46 (IX, 96). – Auffallend ist das ganz einzelne Vorkommen des Wortes bei Xen. Cyr. 4, 1, 11, ἐφ' ἵππων νέονται, was jetzt aus ein er Handschrift für ἔσονται aufgenommen ist. – Das praes. act. νέω in dieser Bedeutung scheint nur bei Gramm. vorzukommen u. in dem verderbten Verse H. h. Cer. 395, vgl. Wolf Proleg. p. IX. – S. auch νείσσομαι u. νίσσομαι.

Greek (Liddell-Scott)

νέομαι: συνῃρ. νεῦμαι Ἰλ. Σ. 136· β΄ καὶ γ΄ ἑνικ. πρόσωπ. συνῃρ. νεῖαι, νεῖται Ὀδ. Λ. 114, Ξ. 152, κτλ.· α΄ πληθ. νεύμεθα Θεόκρ. 18. 56· β΄ πληθ. νέεσθε Ἀπολλ. Ρόδ., νεῖσθε Εὐρ. Ἄλκ. 737· προστ. νεῖο Ἀνθ. Π. 7. 472 (ἐν τῷ περιθωρίῳ)· ὑποτακτ. β΄ ἑνικ. νέηαι Ἰλ. Α. 32· α΄ πληθ. νεώμεθα Β. 236· εὐκτ. νεοίμην Ξ. 335· ἀπαρ. νέεσθαι Ὅμ, συνῃρ. νεῖσθαι Ὀδ. Ο. 88, Σοφ. Ἀντ. 33· μετοχ. νεόμενος Εὐρ. Ἠλ. 723 (λυρ.), νεύμενος Ἀνθ. Π. 9. 96· Ἐπικ. παρατ. νεόμην Θεόκρ. 25. 207, νέοντο Ἰλ. Ε. 907· ἀποθ.· (ἴδε ἐν τέλ.). Ὑπάγω ἢ ἔρχομαι, τὸ πλεῖστον ὡς τὸ εἶμι, μὲ σημασ. μέλλ., τούτου δὲ συχνοτάτη ἐξαίρεσις εἶναι τὸ ἀπαρ., πάλιν ν., ἐπανέρχομαι, ὑποστρέφω, Ἰλ. Ζ. 189, Ὀδ. Ζ. 110· καὶ συχνάκις καθ’ ἑαυτό, ὑποστρέφω, οἶκόνδε νέεσθαι, πρβλ. νόστος· - παρ’ Ὁμήρ. ἀείποτε ἐπὶ προσώπων, πλὴν ἐν Ἰλ. Μ. 32, ἐπὶ ποταμῶν, ῥέω πρὸς τὰ ὀπίσω, ποταμοὺς δ’ ἔτρεψε νέεσθαι κὰρ ῥόον, - ἐπειδὴ οἱ ἄνεμοι (Ψ. 229) λαμβάνονται ὡς θεοί: Συντάσσ. κατὰ τὸ πλεῖστον μετὰ τῶν προσθέσεων εἰς, πρός, ἐπί, μετ’ αἰτ.· ὡσαύτως μετὰ τῆς ὑπὸ μετ’ αἰτ., Ἰλ. Ψ. 51· μετὰ τῆς ἐπὶ μετὰ δοτ. Χ. 392· μετὰ μόνης αἰτ., Η. 335. - Ρῆμα Ἐπικ. σχεδὸν ἀποκλειστικῶς ἐν χρήσει κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ.· σπάνιον παρὰ τοῖς Τραγ., ἴδε ἀνωτ. -Ἐνεργητικός τις τύπος νέω ἀπαντᾷ παρ’ Ἡροδ. 5. 59 (κατὰ διόρθωσιν τοῦ Bentl.)· Δωρ. γ΄ πληθ. μέλλ. νησοῦντι παρὰ Σώφρονι 19 Ahr.· καὶ ἐκτεταμ. μέλλ. νηήσομαι ἐν Ὀππ. Ἁλ. 2. 216· ὁ ἠκρωτηριασμένος στίχος τοῦ Ὁμ. Ὕμν. εἰς Δήμ. 395, οὐδὲν ἀποδεικνύει· ἴδε Wolf. Προλεγ. σελ. lv. Ἡ ῥίζα φαίνεται ὅτι εἶναι ΝΕΣ, πρβλ. νόστος, νίσσομαι, ἴσως συγγενὲς τῇ ῥίζ. ΝΑΣ, ναίω, ἴδε ἐν λ. ναίω).

French (Bailly abrégé)

seul. prés. et impf.
1 aller;
2 venir;
3 s’en aller ; revenir, retourner : ἐφ’ ἡμέτερα OD dans nos foyers ; πρὸς δῶμα IL vers sa demeure ; ἐς πατρίδα γαῖαν IL dans sa patrie ; en parl. d’un courant refluer.
Étymologie: νέω¹.

English (Autenrieth)

νεῖαι, νεῖται, subj. 2 sing. νέηαι, inf. νεῖσθαι, ipf. νεόμην, νέοντο<<>*<>> pres., usually w. fut. signif., go or come somewhere (as specified), esp. return, abs., Od. 2.238, Od. 11.114, Od. 12.188.

English (Slater)

νέομαι (νέομαι, νέοντ(αι); νεῖσθαι)
   1 come, go, travel “ἀντρόθε γὰρ νέομαι” (P. 4.102) ἔστι δ' ἐοικὸς ὀρειᾶν γε Πελειάδων μὴ τηλόθεν Ὠαρίωνα νεῖσθαι (sc. through the sky) (N. 2.12) οἴκαδε κλυτοκάρπων οὐ νέοντ' ἄνευ στεφάνων (N. 4.77) ἀφνεὸς πενιχρός τε θανάτου παρὰ σᾶμα νέονται (N. 7.20) met., of the path of song, μακρά μοι νεῖσθαι κατ' ἀμαξιτόν (P. 4.247) ὦναξ, ἑκόντι δ' εὔχομαι νόῳ κατά τιν ἁρμονίαν βλέπειν, ἀμφ ἕκαστον ὅσα νέομαι at every step of my path (P. 8.69)

Greek Monolingual

νέομαι και νείομαι και συνηρ. τ. νεῡμαι (Α)
1. επιστρέφω, γυρίζω πίσω («τῷ οἱ ἐπεκλώσαντο θεοὶ οἶκόνδε νέεσθαι», Ομ. Οδ.)
2. (σπάν.) πηγαίνω
3. (για ποταμό) ρέω προς τα πίσω («ποταμοὺς δ' ἔτρεψε νέεσθαι κὰρ ῥόον», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεστ. νέομαι < νέσομαι (με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -σ-, πρβλ. νόστος) συνδέεται άμεσα με ανάλογους ΙΕ τύπους (πρβλ. γοτθ. ga-nisan «διασώζομαι», αρχ. ινδ. Nāsatyā «επιζώντες» δυϊκός κ.ά.). Η αρχική σημ. του ρήματος ήταν εκείνη της σωτήριας επιστροφής στην πατρίδα, απ' όπου και η (ενεργητική) σημ. «διαφεύγω, διασώζω». Το θ. του ρήματος εμφανίζεται στο ανθρωπωνύμιο Νέστωρ (πρβλ. και ρ. νίσομαι). Η σύνδεση, τέλος, του ρήματος με το ρ. ναίω δεν θεωρείται πιθανή].

Greek Monotonic

νέομαι: συνηρ. νεῦμαι, Επικ. βʹ ενικ. νεῖαι, αʹ πληθ. νεύμεθα, προστ. νεῖο, βʹ ενικ. υποτ. νέηαι, αʹ πληθ. νεώμεθα, ευκτ. νεοίμην, απαρ. νέεσθαι, συνηρ. νεῖσθαι, μτχ. νεόμενος, νεύμενος· Επικ. παρατ. νεόμην, γʹ πληθ. νέοντο· αποθ., μόνο σε ενεστ. και παρατ., πηγαίνω ή έρχομαι (κυρίως με σημασία μέλ., όπως το εἶμιπάλιν νέομαι, επανέρχομαι, επιστρέφω, σε Όμηρ.· οἶκονδε νέεσθαι, στον ίδ.· λέγεται για ρεύματα ποταμού, παλιρροώ, ρέω προς τα πίσω, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

νέομαι: стяж. νεῦμαι (только praes. - часто, как εἶμι, в знач. fut. и impf.) отправляться, идти, уходить, уезжать (οἴκαδε σὺν νηυσί, πατρίδα γαῖαν, πρὸς δῶμα, ἐς Ἄργος Hom.): οὐδέ σέ φημι ἄπρηκτόν γε νέεσθαι Hom. ты, полагаю, не придешь, не исполнив (моего совета); νεύμενος ἐς Ἀΐδην Anth. собираясь в Аид; νεόμενος εἰς ἀγόρους Eur. возвращаясь на народное собрание; ἐφ᾽ ἵππων νεῖσθαι Xen. прискакать на лошадях; νέεσθαι κὰρ ῥόον Hom. (о реке) вернуться в (свое) русло.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: (happily) reach (some place), get away, return, get home (Il.; on the aspect Bloch Suppl. Verba 38ff.); besides νίσομαι (-σσ-), only presentstem except for uncertain or late attestations of a supposed aorist νίσ(σ)ασθαι, often w. prefix. e.g. μετα-, ποτι-, ἀπο-, drive, go, come (Il.).
Other forms: contr. forms νεῦμαι, νεῖαι, νεῖται etc., only presentstem.
Compounds: Also with prefix, esp. ἀπο-.
Derivatives: 1. νόστος m. return, home-coming, (happy) journey (Il.), also income, produce (Trypho ap. Ath. 14, 618d; ἄ-νοστος without yield Thphr.); from it νόστιμος belonging to the return (Od.), also giving produce, fruitful, feeding (Call., Thphr., Plu.), NGr. plaisant (Arbenz 20 f., Chantraine Rev. de phil. 67, 129 ff., also Frisk Adj. priv. 8); denominative verb νοστέω, also w. prefix, e. g. ἀπο-, ὑπο-, περι-, return, come home, jouney in gen. (ep. poet. Il., also Hdt.) with ἀπο-, ὑπο-, περι-νόστησις f. return, drawing back etc. (late). -- 2. Νέστωρ, -ορος m. PN (Il.), litt. "who happily gets somewhere" v.t. conventional name without symbolic content; on the meaning (quite diff.) Palmer Eranos 54, 8 w. n. 4, also Kretschmer Glotta 12, 104f. against Meister HK228; from it Νεστόρεος (Il.; Aeol. for -ιος? Wackernagel Unt. 68f.), -ειος (Pi., E.), νεστορίς, -ίδος f. name of a beaker (Ath. 11, 487f).
Origin: IE [Indo-European] [766] *nes- return, heal
Etymology: The themat. rootpresent νέομαι, which because of νόσ-τος must stand for *νέσ-ομαι, agrees formally with Germ., e.g. Goth. ga-nisan heal, be saved, OE ge-nesan escape, be saved, survive, NHG genesen; semantically the connection between these verbs is, which agree also as to the confective aspect (Bloch Suppl. Verba 39ff.) to each other, immediately clear. Semantically farther off stands the also formally identical Skt. násate come near, approach, meet smbody, unite; if the also connected Nā́satyā m., dual. indicating the Aśvins prop. means "Healers, Saviours", it fits well with νέομαι, ga-nisan with the caus. Goth. nasjan save, OHG nerian save, heal, feed (cf. νόστος, -ιμος) etc. Less clear is Alb. knellem recover, become lively again; Jokl WienAkSb. 168 : 1, 40); non-committal the comparison with Toch. A nasam, B nesau I am; quite diff. Pedersen Tocharisch 160 f. (On ναίω live s.v.) Cf. also ἄσμενος. -- In νίσομαι (false νίσσομαι) one supposes generally a reduplicated *νί-νσ-ομαι; on the phonetical problems (one would have expected *νίνομαι) see Brugmann-Thumb 332 and (with diff. explanation) Wackernagel KZ 29,136 (= Kl. Schr. 1, 639) as well as Bechtel Lex. s.v. (s. also Schwyzer 287 and Lasso de la Vega Emer. 22, 91 f.). The usual connection with Skt. níṃsate (< *ni-ns-) they kiss, touch with the mouth (e.g. Brugmann Grundr.1 II : 3, 106) is semantically rather in the air; cf. also Mayrhofer s.v. After Meillet BSL 27, 230 a. Chantraine Gramm. hom. 1, 440 νίσ(σ)ομαι would rather be a desiderative with reduced vowelgrade and inner gemination; phonetically very difficult. -- Further details in WP. 2, 334f., Pok. 766f., Schwyzer 690 w. n. 4.

Middle Liddell


to go or come (mostly with fut. sense), πάλιν ν. to go away or back, return, Hom.; οἶκόνδε νέεσθαι Hom.; of streams, to flow back, Il.