Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νίγλα

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: νίγλα Medium diacritics: νίγλα Low diacritics: νίγλα Capitals: ΝΙΓΛΑ
Transliteration A: nígla Transliteration B: nigla Transliteration C: nigla Beta Code: ni/gla

English (LSJ)

τρόπαια (Pers.), Hsch.

Greek Monolingual

(I)
η
το λουρί που χρησιμεύει για δέσιμο του σαμαριού στη ράχη υποζυγίου, υπόζωμα, ζώστρα, αλλ. ίγλα, ίγγλα, γίγγλα, μεσιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ίγ(γ)λα «λουρί», το ν- από συνεκφορά με το άρθρο (την ίγ(γ)λα)].