Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νίγλαρος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: νίγλᾰρος Medium diacritics: νίγλαρος Low diacritics: νίγλαρος Capitals: ΝΙΓΛΑΡΟΣ
Transliteration A: níglaros Transliteration B: niglaros Transliteration C: niglaros Beta Code: ni/glaros

English (LSJ)

ὁ,

   A whistle (the sound), Ar.Ach.554 (pl.): in pl., trills, quavers, Pherecr.145.27, prob. in Phryn.Com.69, cf. Hsch., Phot.s.v. νιγλαρεύων.

German (Pape)

[Seite 255] ὁ, eine kleine Flöte, Pfeife, mit welcher der Tact für die Ruderer angegeben wurde; αὐλῶν, κελευστῶν, νιγλάρων vrbdt Ar. Ach. 528.

Greek (Liddell-Scott)

νίγλᾰρος: ὁ, μικρός τις αὐλίσκος Αἰγύπτιος οὗ χρῆσιν ἐποιοῦντο οἱ κελευσταὶ ὅπως παρακελεύωσι τοὺς κωπηλάτας ἐν τῷ κωπηλατεῖν, Ἀριστοφ. Ἀχ. 554, Πολυδ. Δ΄, 82 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
petite flûte, fifre.
Étymologie: DELG étym. ignorée.

Greek Monolingual

ο (Α νίγλαρος και γίγγλαρος)
1. είδος μικρού αιγυπτιακού αυλού με τον οποίο οι κελευστές έδιναν τον ρυθμό στους κωπηλάτες
2. λαρυγγισμός, κραδασμός φωνής, τρίλλιες
νεοελλ.
μικρός πλαγίαυλος, πίφερο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. άγνωστης προέλευσης].

Greek Monotonic

νίγλᾰρος: ὁ, αυλός ή σφυρίχτρα που χρησιμοποιούσε ο κελευστής για να σημαίνει τον χρόνο στους κωπηλάτες, σε Αριστοφ. (άγν. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

νίγλᾰρος: ὁ дудочка, свисток Arph.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: whistle (Ar. Ach. 554; in pl. trills, quavers (Pherecr. 145). but acc. to Poll. 4, 82 a small flute.
Derivatives: νιγλαρεύω whistle (Eup. 110); cf. νιγλαρεύων τερετίζων H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown.

Middle Liddell

νίγλᾰρος, ὁ,
a pipe or whistle, used by the κελευστής to give the time in rowing, Ar. [deriv. uncertain]