Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναίτειρα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

German (Pape)

[Seite 227] ἡ, fem. zu ναιέτης, Bewohnerinn, Hesych. erkl. οἰκοδέσποινα.

Greek (Liddell-Scott)

ναίτειρα: ἡ, «οἰκοδέσποινα» Ἡσύχ., ὅστις ἔχει καὶ «νάερρα· δέσποινα». Ἴδε να(έ)τειρα.

Greek Monolingual

ναίτειρα (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «οικοδέσποινα».
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. νάερρα].