Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναιετάω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ναιετάω Medium diacritics: ναιετάω Low diacritics: ναιετάω Capitals: ΝΑΙΕΤΑΩ
Transliteration A: naietáō Transliteration B: naietaō Transliteration C: naietao Beta Code: naieta/w

English (LSJ)

in pres. forms, -άω Od.9.23, -άει Hes.Th.775, -άουσι Il. 4.45; freq. in part. ναιετάων, Od.6.245, al., acc. -άοντα 4.96, etc., fem. -άωσα (v.l. -άουσα) Il.2.648, 3.387, 6.415, Od.1.404, 8.574 (-όωσα Aristarch.ad Il.6.415): Ion. impf.

   A ναιετάασκον Il.2.841, etc.: (ναίω):    1 of persons, dwell, freq. in Ep.; τοὶ ἐπὶ χθονὶ ναιετάουσι Od.6.153, cf. Hes.Th.564; ᾗ ἔνι ναιετάασκε Od.15.385: c. dat. loci, Λακεδαίμονι ν. Il.3.387; Κρήτῃ Od.17.523; ὑπὸ χθονί Hes.Th. 621; ὑπὸ ὅροις, ἀμφὶ… θέμεθλα ναιετάοντες, Pi.O.6.78, P.4.180.    2 c.acc. loci, dwell in, inhabit, Λάρισαν, Ἰθάκην, etc., Il.2.841, Od.9.21, etc.; δώματα Hes.Th.816.    II of places, to be situated, lie, Il.4. 45, Od.9.23; of buildings, 2.400, al.: hence, exist, Ἰθάκης ἔτι ναιεταούσης 1.404.—Ep. and Lyr. word, once in Trag., in part. ναιετῶν cj. Dind. metri gr. in S.Ant.1123 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 227] 1) wohnen; Ἄρνῃ ναιετάοντα, in Arne, Il. 7, 9, wie Κρήτῃ Od. 17, 523; gewöhnlich ἐν Ἤλιδι ναιετάασκεν, Il. 11, 623; ᾗ ἐνὶ ναιετάασκε, Od. 15, 384; ἐπὶ χθονί, 6, 153, wie Hes. O. 564; auch ὑπὸ χθονί, Th. 621; ἀμφ' Ἀχέροντι, Pind. N. 4, 85, vgl. P. 4, 180; ὑπὸ Κυλλάνας ὅροις, Ol. 6, 78. – Auch trans. c. accus., bewohnen, Στύρα, Λάρισσαν, Λυκίην, Ἰθάκην, Il. 2, 539. 841. 17, 172 Od. 9, 21; δώματα, Hes. Th. 816 u. einzeln bei sp. D.; ἐν Αἰγίνᾳ δώματα ναιετάων, Ep. ad. 118 (App. 325). – 2) von Ländern, Städten, Häusern, bewohnt sein, gelegen sein; νῆσοι πολλαὶ ναιετάουσι, Od. 9, 23; οἶκον εὖ μάλα ναιετάοντα, 4, 96; Ἰθάκης ἔτι ναιεταώσης, 1, 404; πόλεις εὖ ναιεταώσας, δόμους εὖ ναιετάοντας werden von Einigen als ein Wort zusammengeschrieben.

Greek (Liddell-Scott)

ναιετάω: ἐν χρήσει ἐν τοῖς τύποις τοῦ ἐνεστ., -άω Ὀδ. Ι. 23, -άει, Ἡσ. Θεογ. 775, -άουσι Ἰλ. Δ. 45· καὶ συχν. ἐν τῇ μετοχῇ ναιετάωσα ἢ -άουσα· ὡσαύτως ἐν τῷ Ἰων. παρατατ. ναιετάασκον Ἰλ. Β. 841, κτλ.· (ναίω): 1) ἐπὶ προσώπων, κατοικῶ, συχν. παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσ.· τοὶ ἐπὶ χθονὶ ναιετάουσιν Ὀδ. Ζ. 153, Ἡσ. Θ. 564· ᾗ ἔνι ναιετάασκε Ὀδ. Ο. 385· ὡσαύτως μετὰ δοτικ. τόπου, Λακεδαίμονι ν. Ἰλ. Γ. 387· Κρήτῃ Ὀδ. Ρ. 523· ὡσαύτως, ὑπὸ χθονὶ Ἡσ. Θεογ. 621· ὑπὸ Κυλλάνας ὅροις Πινδ. Ο. 6. 130· ἀμφὶ Παγγαίου θεμέθλοις ναιετάοντες Π. 4. 321. 2) μετ’ αἰτ. τόπου, κατοικῶ ἔν τινι τόπῳ, ἐνοικῶ, Λάρισαν, Ἰθάκην, κτλ., Ἰλ. Β. 841, Ὀδ. Ι. 21, κτλ.· δώματα Ἡσ. Θ. 861. ΙΙ. ἐπὶ τόπων, κεῖμαι, εὑρίσκομαι, αἳ γὰρ ὑπ’ ἠελίῳ τε καὶ οὐρανῷ ἀστερόεντι ναιετάουσι πόληες ἐπιχθονίων ἀνθρώπων Ἰλ. Δ. 45, Ὀδ. Ι. 23· ἐντεῦθεν, ὑπάρχω, Ἰθάκης ἔτι ναιεταούσης, οἰκουμένης, τὸ ἐνεργ. ἀντὶ παθητ., Α. 404· πρβλ. εὐναιετάων. - Μόνον παρ’ Ἐπικ. καὶ λυρικ. ποιηταῖς· οὐδαμοῦ παρὰ Τραγ.· ἀλλ’ ὁ Σοφ. ἔχει: παραναιετάω, καὶ ὁ Δινδ. προτείνει ναιετῶν ἀντὶ ναίων, χάριν τοῦ μέτρου ἐν Ἀντ. 1123.

French (Bailly abrégé)

seul. prés., impf. et impf. itér. ναιετάασκον;
1 habiter, avec ἔν τινι ou le dat. seul, qqf avec l’acc.
2 être habité, peuplé.
Étymologie: ναίω.

English (Autenrieth)

(ναίω), part. ναιετάων, -άωσα, ipf. iter. ναιετάασκον: dwell, inhabit, Il. 3.387; and of localities, be situated, be inhabited, often w. εὖ, so of houses, etc., ‘comfortable,’ Il. 2.648, Od. 2.400; significant of the very existence of a place, Od. 1.404; trans., Il. 2.539, Il. 17.172, Od. 9.21.

English (Slater)

ναιετάω
   1 dwell ὑπὸ Κυλλάνας ὄρος, Ἁγησία, μάτρωες ἄνδρες ναιετάοντες (O. 6.78) ἀμφὶ Παγγαίου θεμέθλοις ναιετάοντες ἔβαν (P. 4.180) κεῖνος ἀμφ' Ἀχέροντι ναιετάων ἐμὰν γλῶσσαν εὑρέτω κελαδῆτιν (N. 4.85)

Greek Monolingual

ναιετάω (Α)
(ποιητ. τ.)
1. (για πρόσ.) κατοικώ, διαμένω («ὃς ἐν Ἤλιδι ναιετάασκεν», Ομ. Ιλ.)
2. (δοτ. ή με αιτ. τόπου ή εμπρόθ.) ενοικώ, διατρίβω σε κάποιο τόπο («οἳ Στύρα... ναιετάασκον», Ομ. Ιλ.)
3. (για τόπους) βρίσκομαι, κείμαι, («ἀμφὶ δὲ νῆσοι πολλαὶ ναιετάουσι», Ομ. Οδ.)
4. υφίσταμαι, υπάρχω («Ιθάκης ἔτι ναιεταούσης», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για τ. ενεστώτα που παράγεται από το ρ. ναίω, παρεκτεταμένο με -ετ- για μετρικούς λόγους, πρβλ. ευχ-ετάομαι, λαμπ-ετάω].

Greek Monotonic

ναιετάω: (ναίω), Επικ. μτχ. ναιετάωσα· Ιων. παρατ. ναιετάασκον·
I. 1. λέγεται για πρόσ., κατοικώ, συχνά σε Όμηρ. και Ησίοδ.
2. με αιτ. τόπου, κατοικώ σε κάποιον τόπο, ενοικώ, σε Όμηρ., Ησίοδ.
II. λέγεται για τόπους, βρίσκομαι, κείμαι, σε Όμηρ.· απ' όπου, υπάρχω, Ἰθάκης ἔτι ναιεταούσης, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ναιετάω: (только praes., impf. и impf. iter. ναιετάασκον; part. f ναιετάωσα или ναιετόωσα - эп. ναιετῶσα)
1) жить, проживать, обитать (Κρήτῃ, ἐν Ἥλιδι, ἐπὶ χθονί, Ἰθάκην Hom.; ἀμφ᾽ Ἀχέροντι Pind.);
2) населять (Λυκίην Hom.);
3) быть населенным, быть обитаемым (Ἰθάκης ἔτι ναιεταώσης Hom.);
4) (о местностях) быть расположенным, находиться (ἀμφὶ δὲ νῆσοι πολλαὶ ναιειτάουσι Hom.).

Middle Liddell

ναιετάω, ναίω
1. of persons, to dwell, often in Hom. and Hes.
2. c. acc. loci, to dwell in, inhabit, Hom., Hes.
II. of places, to be situated, lie, Hom.: hence to exist, Ἰθάκης ἔτι ναιεταούσης Il.