Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναικισήρης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ναικισήρης Medium diacritics: ναικισήρης Low diacritics: ναικισήρης Capitals: ΝΑΙΚΙΣΗΡΗΣ
Transliteration A: naikisḗrēs Transliteration B: naikisērēs Transliteration C: naikisiris Beta Code: naikish/rhs

English (LSJ)

ες,

   A one who sneers or carps, Pherecr.222, Hermipp.90.

Greek (Liddell-Scott)

ναικισήρης: -ες, λέξις σκοτεινὴ καὶ ἀμφίβολος μνημονευομένη ὑπὸ τοῦ Φωτίου ἐκ τοῦ Φερεκρ. καὶ Ἑρμίππου ὡς σημαίνουσα τὸ ἀντίθετον τῷ ἀληθής. Ὁ Ἡσύχ. ἔχει ἔτι σκοτεινότερόν τι γλώσσημα ἐν τῷ ῥήματι ναικισσορεύω· «ναικισσορεύοντας· ἐπίτηδες διασύροντας, καὶ ἐξευτελίζοντας» κτλ.