Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναξιουργής

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
fait dans l’île de Naxos.
Étymologie: Νάξος, ἔργον.

Greek Monolingual

ναξιουργής, -ές (Α)
αυτός που έχει κατασκευαστεί ή έχει υποστεί κατεργασία στη Νάξο ή από Ναξιώτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νάξιος + -ουργής (< ἔργον), πρβλ. καιν-ουργής, μεγαλ-ουργής].

Russian (Dvoretsky)

ναξιουργής: изготовленный в Наксосе, наксосской работы (κάνθαρος Arph.).