Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναυσίπορος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ναυσίπορος Medium diacritics: ναυσίπορος Low diacritics: ναυσίπορος Capitals: ΝΑΥΣΙΠΟΡΟΣ
Transliteration A: nausíporos Transliteration B: nausiporos Transliteration C: nafsiporos Beta Code: nausi/poros

English (LSJ)

ον,

   A traversed by ships, navigable, of a river, X.An.2.2.3, Arist.Mir.846b31, Hld.10.5, Philostr.VA3.1.    II parox. ναυσιπόρος, ον, Act., passing in a ship, seafaring, στρατιά E.Rh.48 (lyr.).    2 causing a ship to pass, πλάται ν. ship-speeding oars, Id.IA172 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

ναυσίπορος: [ῐ], -ον, ὃν δύναται νὰ διέλθῃ τις διὰ πλοίου, πλωτός, ἐπὶ ποταμῶν, ὡς τὸ ναυσιπέρατος, Ξεν. Ἀν. 2. 2, 3, Ἀριστ. π. Θαυμασ. 168. ΙΙ. παροξ. ναυσιπόρος, ον, ἐνεργ., ὁ διὰ πλοίου περῶν, ταξειδεύων, ναυτιλλόμενος, Εὐρ. Ρῆσ. 48. 2) ὁ ποιῶν τὰς ναῦς νὰ πορεύωνται, πλάτας ναυσιπόρους, τὰς κώπας τὰς κινούσας τὰς ναῦς, Εὐρ. Ι. Α. 172.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. ναύπορος.

Greek Monolingual

ναυσίπορος, -ον (Α)
(για ποταμό) αυτός που είναι διαβατός με πλοίο, πλωτός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δοτ. πληθ. -ναυσί του ναῦς «πλοίο» + πόρος «πέρασμα». Η προπαροξυτονία προσδίδει στον τ. παθητική σημ.].

Greek Monotonic

ναυσίπορος: [ῐ], -ον,
I. αυτός τον οποίο μπορεί να περάσει κάποιος με πλοίο, πλωτός, λέγεται για ποταμό, σε Ξεν.
II. 1. παροξ. ναυσιπόρος, -ον, Ενεργ., αυτός που διέρχεται με πλοίο, ποντοπόρος, ναυτιλλόμενος, σε Ευρ.
2. αυτός που προκαλεί την κίνηση πλοίου, λέγεται για τα κουπιά, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ναυσίπορος: доступный для судов, судоходный (ποταμό, Xen.; ῥεῖθρον Arst.).

Middle Liddell

ναυσί-˘πορος, ον [cf. ναυσιπόρος
traversed by ships, navigable, of a river, Xen.