Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναυφάγος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ναυφάγος Medium diacritics: ναυφάγος Low diacritics: ναυφάγος Capitals: ΝΑΥΦΑΓΟΣ
Transliteration A: nauphágos Transliteration B: nauphagos Transliteration C: naffagos Beta Code: naufa/gos

English (LSJ)

[ᾰ], ον,

   A ship-devouring, wrecking, Lyc.1095.

German (Pape)

[Seite 233] Schiffe verschlingend, verderbend, Lycophr. 1095.

Greek (Liddell-Scott)

ναυφάγος: [ᾰ], -ον, ὁ καταβροχθίζων τὰ πλοῖα, ἐπιφέρων ναυάγια, Λυκόφρων 1095.

Greek Monolingual

ναυφάγος, -ον (Α)
αυτός που φθείρει τα πλοία ή αυτός που προκαλεί ναυάγια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ναῦς «πλοίο» + -φαγος (< θ. φαγ-, πρβλ. -φαγ-ον, αόρ. β' του ἐσθίω)].