Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναῖρον

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ναῖρον Medium diacritics: ναῖρον Low diacritics: ναίρον Capitals: ΝΑΙΡΟΝ
Transliteration A: naîron Transliteration B: nairon Transliteration C: nairon Beta Code: nai=ron

English (LSJ)

τό, a plant used in perfumery; prob.

   A f.l. for μᾶρον (q.v.) in Thphr.HP9.7.3.

German (Pape)

[Seite 227] τό, ein indisches Gewürz, Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

ναῖρον: τό, Ἰνδικόν τι ἄρωμα, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 7, 3.

Greek Monolingual

ναῑρον, τὸ (Α)
είδος φυτού χρησιμοποιούμενο στην αρωματοποιία.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για εσφ. ανάγνωση της λ. μάρον «είδος φυτού»].