Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεήμελκτος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: νεήμελκτος Medium diacritics: νεήμελκτος Low diacritics: νεήμελκτος Capitals: ΝΕΗΜΕΛΚΤΟΣ
Transliteration A: neḗmelktos Transliteration B: neēmelktos Transliteration C: neimelktos Beta Code: neh/melktos

English (LSJ)

η, ον,

   A newly milked, Nic.Al.311.

German (Pape)

[Seite 236] frisch gemolken, Nic. Alc. 310.

Greek (Liddell-Scott)

νεήμελκτος: -η, -ον, ἐπὶ γαλακτοδόχου ἀγγείου εἰς ὃ νεωστὶ ἠμέλχθη γάλα, γάλακτος νεημέλκτῃ ἐνὶ πέλλῃ Νικ. Ἀλ. 311.

Greek Monolingual

νεήμελκτος και νεάμελκτος, -έλκτη, -ον (Α)
(για αγγείο) αυτός στον οποίο αρμέχθηκε γάλα πρόσφατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + -ήμελκτος (< ἀμέλγω «αρμέγω»), πρβλ. αν-ήμελκτος. Το -η- του τ. οφείλεται στη λειτουργία του νόμου της «εκτάσεως εν συνθέσει»].