Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεήμελκτος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νεήμελκτος Medium diacritics: νεήμελκτος Low diacritics: νεήμελκτος Capitals: ΝΕΗΜΕΛΚΤΟΣ
Transliteration A: neḗmelktos Transliteration B: neēmelktos Transliteration C: neimelktos Beta Code: neh/melktos

English (LSJ)

η, ον, A newly milked, Nic.Al.311.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 236] frisch gemolken, Nic. Alc. 310.

Greek (Liddell-Scott)

νεήμελκτος: -η, -ον, ἐπὶ γαλακτοδόχου ἀγγείου εἰς ὃ νεωστὶ ἠμέλχθη γάλα, γάλακτος νεημέλκτῃ ἐνὶ πέλλῃ Νικ. Ἀλ. 311.

Greek Monolingual

νεήμελκτος και νεάμελκτος, -έλκτη, -ον (Α)
(για αγγείο) αυτός στον οποίο αρμέχθηκε γάλα πρόσφατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + -ήμελκτος (< ἀμέλγω «αρμέγω»), πρβλ. αν-ήμελκτος. Το -η- του τ. οφείλεται στη λειτουργία του νόμου της «εκτάσεως εν συνθέσει»].