Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεαμελγής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: νεᾰμελγής Medium diacritics: νεαμελγής Low diacritics: νεαμελγής Capitals: ΝΕΑΜΕΛΓΗΣ
Transliteration A: neamelgḗs Transliteration B: neamelgēs Transliteration C: neamelgis Beta Code: neamelgh/s

English (LSJ)

ές,

   A newly milked, Paul.Aeg.4.1.

Greek (Liddell-Scott)

νεαμελγής: -ές, ὁ νεωστὶ ἀμελχθείς, ὡς τὸ νεήμελκτος, Παῦλ. Αἰγ. 4, σ. 131, 39.

Greek Monolingual

νεαμελγής, -ές (Μ)
(για το γάλα) αυτό που έχει αρμεχθεί πρόσφατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + ἀμέλγω «αρμέγω»)].