Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεαμελγής

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: νεᾰμελγής Medium diacritics: νεαμελγής Low diacritics: νεαμελγής Capitals: ΝΕΑΜΕΛΓΗΣ
Transliteration A: neamelgḗs Transliteration B: neamelgēs Transliteration C: neamelgis Beta Code: neamelgh/s

English (LSJ)

ές,

   A newly milked, Paul.Aeg.4.1.

Greek (Liddell-Scott)

νεαμελγής: -ές, ὁ νεωστὶ ἀμελχθείς, ὡς τὸ νεήμελκτος, Παῦλ. Αἰγ. 4, σ. 131, 39.

Greek Monolingual

νεαμελγής, -ές (Μ)
(για το γάλα) αυτό που έχει αρμεχθεί πρόσφατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο)- + ἀμέλγω «αρμέγω»)].