Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νερώνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

νερό
1. (ιδίως σχετικά με κρασί ή γάλα) νοθεύω με νερό, αναμιγνύω, αραιώνω με νερό
2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) νερωμένος, -η, -ο
μισομεθυσμένος, ελαφρά ζαλισμένος.