Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νερώνω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

νερό
1. (ιδίως σχετικά με κρασί ή γάλα) νοθεύω με νερό, αναμιγνύω, αραιώνω με νερό
2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) νερωμένος, -η, -ο
μισομεθυσμένος, ελαφρά ζαλισμένος.