Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεᾶνις

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νεᾶνις Medium diacritics: νεᾶνις Low diacritics: νεάνις Capitals: ΝΕΑΝΙΣ
Transliteration A: neânis Transliteration B: neanis Transliteration C: neanis Beta Code: nea=nis

English (LSJ)

Ep. and Ion. νεῆνις (contr. νῆνις Anacr.14.3, CIG7629 (vase), Kretschmer Griech.Vaseninschr.p.144, EM448.29), ῐδος, ἡ, acc. A -ιδα A.Pr.704, -ιν E.Cyc.179:—girl, maiden, Il.18.418, Pi.P.9.31, A.l.c., Eu.958 (lyr.), S.Ant.784 (lyr.), E.l.c., al., A.R.1.843, Lyr. Alex.Adesp.26; of a young married woman, E.Andr.192; παρθενικὴ ν. Od.7.20. II as adjective, youthful, χεῖρες, ἧβαι, E.Ba.745, Ion477 (lyr.). 2 new, βίβλος AP4.3b75 (Agath.).—Poet. word, but freq. in LXX, Ex.2.8, al.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

νεᾶνις: Ἐπικ. καὶ Ἰων. νεῆνις, -ῐδος, ἡ, αἰτ. -ιδα Αἰσχύλ. Πρ. 706, -ιν Εὐρ. Κύκλ. 179· - ὡς καὶ νῦν, νεαρὰ κόρη, παρθένος, Ἰλ. Σ. 418, Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ., Εὐμ. 957, Σοφ. Ἀντ. 784, καὶ συχνάκις παρ’ Εὐρ.· ἐπὶ νέας γυναικὸς ἐγγάμου, Εὐρ. Ἀνδρ. 192· οὕτω, παρθενικὴ ν. Ὀδ. Ζ. 20. ΙΙ. ὡς ἐπίθετ., νεανικός, χεῖρες, ἥβη Εὐρ. Βάκχ. 745, Ἴων 477. 2) νέος, «καινούργιος», βίβλος Ἀνθ. Π. 4. 3, 121. - Κατὰ τὸ πλεῖστον ποιητικ. [Ὁ Ἰων. συνῃρ. τύπος νῆνις, μνημονευόμενος ὑπὸ τοῦ Μεγ. Ἐτυμολόγου 448. 29, Δράκοντος 46, εὕρηται παρὰ τῷ Ἀνακρ. 15, καὶ ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 7629].

French (Bailly abrégé)

ιδος (ἡ) :
fille.
Étymologie: fém. de νεανίας.

English (Slater)

νεᾱνις
   1 young woman “μόχθου καθύπερθε νεᾶνις ἦτορ ἔχοισα (= Κυράνα) (P. 9.31) πολύξεναι νεάνιδες, ἀμφίπολοι Πειθοῦς ἐν ἀφνειῷ Κορίνθῳ fr. 122. 1.

Greek Monolingual

και νεάνιδα, η (ΑΜ νεᾱνις)
βλ. νεανίας.

Greek Monotonic

νεᾶνις: ἡ, Επικ. και Ιων. νεῆνις, -ῐδος, αιτ. -ιδα και -ιν·
I. νεαρή γυναίκα, κορίτσι, παρθένα, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ.· λέγεται και για νέα παντρεμένη γυναίκα, σε Ευρ.
II. 1. ως επίθ., νεαρή, νεανική, στον ίδ.
2. πρόσφατη, καινούρια, νέα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

νεᾶνις:
I ион. νεῆνις, стяж. Anacr. νῆνις, ῐδος adj. f (acc. νεάνιδα и νεᾶνιν)
1) молодая, юная (χεῖρες Eur.);
2) свежая, в расцвете сил (ἥβη Eur.);
3) новая (βίβλος Anth.).

Middle Liddell


I. a young woman, girl, maiden, Il., Trag.; of a young married woman, Eur.
II. as adj. youthful, Eur.
2. new, Anth.

English (Woodhouse)

νεᾶνις = girl

⇢ Look up "νεᾶνις" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)