Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νηέω

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: νηέω Medium diacritics: νηέω Low diacritics: νηέω Capitals: ΝΗΕΩ
Transliteration A: nēéō Transliteration B: nēeō Transliteration C: nieo Beta Code: nhe/w

English (LSJ)

Dor. νᾱέω, older form of νέω (c),

   A heap, pile up, ἐπ' αὐτῶν νήησαν ξύλα πολλά Od.19.64; of a funeral pile, μενοεικέα νήεον ὕλην Il.23.139; περὶ δὲ δρατᾲ σώματα νήει ib.169; πῦρ τ' εὖ νηῆσαι Od.15.322; also ἐπ' ἀπήνης νήεον… ἀπερείσι' ἄποινα heaped a huge ransom, Il.24.276; νήεον αὐτόθι βωμόν piled it up, A.R.1.403:—in Med., πυρὰν ναήσατ' B.3.33: fut. νηήσεται in pass. sense, Opp.H.2.216.    II pile, load, νηήσας εὖ νῆας Il.9.358:—in Med., νῆα ἅλις χρυσοῦ—νηησάσθω let him pile his ship with gold enough, ib.137, cf. 279. [Sts. corrupted to νηνέω, q.v.]

Greek (Liddell-Scott)

νηέω: Ἐπικ. ἐκτεταμ. τύπος τοῦ νέω, (Δ), ἐπισωρεύω, στοιβάζω, ἐπ’ αὐτῶν νήησαν ξύλα πολλὰ Ὀδ. Τ 64· ἐπὶ νεκρικῆς πυρᾶς, μενοεικέα νήεον ὕλην Ἰλ. Ψ. 139· περὶ δὲ δρατὰ σώματα νήει Ψ. 169· πῦρ τ’ εὖ νηῆσαι Ὁμ. Ο. 322· ὡσαύτως, ἐπ’ ἀπῄνης νήεον... ἀπερείσι’ ἄποινα, ἐπεσώρευον, ἐφόρτωνον ἄπειρα λύτρα, Ἰλ. Ω. 276, πρβλ. Ψ. 139 (ἔνθα νήνεον εὕρηται ὡς διάφορ. γραφ.)· νήεον αὐτόθι βωμόν, ἐπεσώρευον, ἀνήγειρον, Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 403· - οὕτως ἐν τῷ μεσ. τύπῳ, νηήσαντο αὐτόθι 364· - μέλλ. νηήσεται ἐπὶ παθ. σημασίας, Ὀππ. Ἁλ. 2. 216. ΙΙ. ἐπισωρεύω, φορτώνω, γεμίζω, πληρῶ, [νῆας] νηήσας εὖ Ἰλ. 358· ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, νῆα ἅλις χρυσοῦ... νηησάσθω, δαψιλῶς πληρωσάτω χρυσοῦ τὴν ναῦν, αὐτόθι 137, 279.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. νηήσω, ao. ἐνήησα;
1 entasser, amonceler, acc. ; πῦρ νηῆσαι OD construire un bûcher avec du bois entassé;
2 charger, acc.;
Moy. νηέομαι-οῦμαι m. sign.
Étymologie: ion., c. νέω⁴.

English (Autenrieth)

(Att. νέω), ipf. νήεον, νήει, aor. νήησα, mid. aor. inf. νηήσασθαι, imp. -άσθω: heap or pile up; also load, fill with cargo; νῆας, Il. 9.359; mid., one's own ship, Il. 9.137, 279.

Greek Monolingual

νηέω και δωρ. τ. ναέω (Α)
(επκ. εκτετ. τ.)
1. επισωρεύω, στοιβάζω, σωριάζω («ἐπ' αὐτῶν νήησαν ξύλα πολλά», Ομ. Οδ.)
2. (γενικά) συσσωρεύω
3. (και το μέσ.) φορτώνω, γεμίζω («νῆα ἅλις χρυσοῡ καὶ χαλκοῡ νηησάσθω», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η μορφή ενεστ. νέω (III) εμφανίζεται μόνο εν συνθέσει (πρβλ. επι-νέω, περι-νέω). Επίσης μαρτυρείται και ο τ. νώντος, που πιθ. έχει προέλθει με συναίρεση < νηόντος ή, νηέοντος (βλ. και λ. νηνέω)].

Greek Monotonic

νηέω: Δωρ. ναέω, Επικ. εκτεταμ. τύπος του νέω Δ· Επικ. αόρ. αʹ νήησα·
I. σωρεύω, στοιβάζω, επισωρεύω, σε Όμηρ.
II. σωρεύω, φορτώνω, γεμίζω· (νῆας) νηήσας εὖ, σε Ομήρ. Ιλ. — Μέσ., νῆα χρυσοῦ νηησάσθω, αφήστε τον να φορτώσει το πλοίο του με χρυσάφι, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

νηέω: (эп.-ион. = νέω IV) нагромождать, наваливать, накладывать (ξύλα πολλά, δρατὰ σώματα, ἄποινα Hom.; πυρήν Her.): νῆα νηήσασθαι χρυσοῦ Hom. наполнить свой корабль золотом.

Frisk Etymological English

Meaning: heap (up)
See also: s. 3. -νέω.

Middle Liddell

νηέω,
I. epic longer form of νέω D: epic aor1 νήησα;— to heap, heap or pile up, Hom.
II. to pile, load, νῆας νηήσας εὖ Il.: Mid., νῆα χρυσοῦ νηησάσθω let him pile his ship with gold, Il. {{FriskDe |ftr=νηέω: {nēéō}
Meaning: häufen
See also: s. 3. [[-νέω.
Page 2,314 }}