Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νιφαργής

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: νῐφαργής Medium diacritics: νιφαργής Low diacritics: νιφαργής Capitals: ΝΙΦΑΡΓΗΣ
Transliteration A: niphargḗs Transliteration B: niphargēs Transliteration C: nifargis Beta Code: nifargh/s

English (LSJ)

ές,

   A snow-white, Orph.A.669 (sed leg. νιφ<ετ>αργέσιν): νίφαργος, Hsch.

German (Pape)

[Seite 257] ές, vom Schnee glänzend, weiß, Orph. Arg. 667; da sonst ι in diesen Wörtern kurz ist, hat man νιφεταργής vermuthet, s. aber νίφω; Hesych. erkl. νίφαργος, νιφάδι λελευκασμένος.

Greek (Liddell-Scott)

νῐφαργής: -ές, λευκὸς, ὡς χιών, Ὀρφ. Ἀργ. 667: ― νίφαργος, «νίφαργον· νιφάδι λελευκασμένον» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

νιφαργής, -ές και νίφαργος, -ον (Α)
λευκός σαν το χιόνι, λαμπερός από την λευκότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νίφα + ἀργής «λαμπρός» (πρβλ. εν-αργής)].