Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νοηματικός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: νοημᾰτικός Medium diacritics: νοηματικός Low diacritics: νοηματικός Capitals: ΝΟΗΜΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: noēmatikós Transliteration B: noēmatikos Transliteration C: noimatikos Beta Code: nohmatiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A rational, later form for νοητικός, Hsch. s.v. δράστης; λόγος Herm. ap. Stob.2.8.31; οὐσία cj.ibid.; θεοί Id. ap. Stob. 1.41.11 (s.v.l.).

Greek Monolingual

-ή, -ό (ΑΜ νοηματικός, -ή, -όν) νόημα
νεοελλ.
σχετικός με το νόημα
μσν.-αρχ.
νοήμων, λογικός.
επίρρ...
νοηματικῶς (Μ)
1. με νοηματικό τρόπο, νοητικά
2. κατά πνευματική, μυστική έννοια.