Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νοθευτής

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: νοθευτής Medium diacritics: νοθευτής Low diacritics: νοθευτής Capitals: ΝΟΘΕΥΤΗΣ
Transliteration A: notheutḗs Transliteration B: notheutēs Transliteration C: notheftis Beta Code: noqeuth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A one who adulterates, Ptol.Tetr.159.

Greek (Liddell-Scott)

νοθευτής: -οῦ, ὁ, ὁ νοθεύων, Πρόκλ, παράφρ. Πτολεμ. σ. 224.

Greek Monolingual

ο (Α νοθευτής) νοθεύω
αυτός που νοθεύει, που παραποιεί.