Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νομαδίτης

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: νομαδίτης Medium diacritics: νομαδίτης Low diacritics: νομαδίτης Capitals: ΝΟΜΑΔΙΤΗΣ
Transliteration A: nomadítēs Transliteration B: nomaditēs Transliteration C: nomaditis Beta Code: nomadi/ths

English (LSJ)

[ῑ], ου, ὁ,

   A nomad, pastoral, βίος Suid.

Greek (Liddell-Scott)

νομᾰδίτης: [ῑ], -ου, ὁ, θηλυκ. -δῖτις, - νομαδικός, Συνέσ. 301Β.

Greek Monolingual

νομαδίτης, ό, θηλ. νομαδῑτις (Α)
ως επίθ. νομαδικός, ποιμενικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νομάς, -άδος + κατάλ. -ίτης / -ῖτις (πρβλ. αμπελ-ίτης, λιμν-ίτις)].