Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νομοθετώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(ΑΜ νομοθετῶ, νομοθετέω) νομοθέτης
συντάσσω και επιβάλλω νόμους, θεσπίζω κανόνες δικαίου, θεσμοθετώ
μσν.
(για νόμο) ορίζω τις διατάξεις σχετικά με κάτι
μσν.-αρχ.
ορίζω, καθορίζω κάτι με νόμο («εἰ μὴ χάριν εἰρήνης τὰ πολέμου νομοθετοῑ», Πλάτ.)
αρχ.
1. μέσ. νομοθετοῦμαι, -έομαι
α) συντάσσω νόμους για τον εαυτό μου
β) θέτω, συντάσσω νόμους για κάποιον
2. παθ. (για πολιτεία) διέπομαι από νόμους, έχω νόμους, σύστημα νόμων
3. (το απρόσ.) νενομοθέτηται
έχει οριστεί με νόμο («περί ταῡτα οὕτω σφι νενομοθέτηται», Ηρόδ.)
4. περιορίζω, περιστέλλω κάτι με νόμο («νομοθετεῑν ἡδονάς», Μάξ. Τύρ.).