Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νουνεχής

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: νουνεχής Medium diacritics: νουνεχής Low diacritics: νουνεχής Capitals: ΝΟΥΝΕΧΗΣ
Transliteration A: nounechḗs Transliteration B: nounechēs Transliteration C: nounechis Beta Code: nounexh/s

English (LSJ)

ές, (ἔχω)

   A with understanding, sensible, discreet, Ps.-E.Fr.1132.48, Plb.6.48.8 (Sup.) ; λογισμός Id.3.105.9, cf. Ptol.Tetr.164 ; τὸ νουνεχές, = foreg., Anon. ap. Suid. s.v. ἀνεῖτο. Adv. -χῶς Arist.Rh.Al.1436b33, Plb.1.83.3, al., Agatharch.63, Ev.Marc.12.34, Gal.10.267.

Greek (Liddell-Scott)

νουνεχής: -ές, (ἔχω) ὡς καὶ νῦν, ὁ ἔχων νοῦν, ἐχέφρων, ψευδο-Εὐρ. Ἀποσπ. 1117. 48, Πολύβ. 27. 12, 1· τὸ νουνεχές, νουνέχεια, Ἀνών. παρὰ Σουΐδ. ἐν λέξει ἀνεῖτο. Ἐπίρρ. -χῶς, Αριστ. Ρητ. π. Ἀλέξ 30, 7, Πολύβ. 1. 83, 3.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
raisonnable, sage.
Étymologie: νοῦς, ἔχω.

Greek Monolingual

-ές (ΑΜ νουνεχής, -ές)
συνετός, εχέφρων, μυαλωμένος («λογισμὸς ἑστὼς καὶ νουνεχής», Πολύβ.).
επίρρ...
νουνεχῶς (ΑΜ)
με σύνεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. εκ συναρπαγής από τη φρ. νοῦν ἔχει (πρβλ. προσ-εχής, συν-εχής) ή νοῦν ἔχων].

Greek Monotonic

νουνεχής: -ές (ἔχω), αυτός που έχει νου, λογικός, συνετός, σε Πολύβ.· επίρρ. -χῶς, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

νουνεχής: (благо)разумный, рассудительный (ν. καὶ πρακτικός Polyb.).

Middle Liddell

νουν-εχής, ές [ἔχω]
with understanding, sensible, discreet, Polyb. adv. -χῶς, Polyb.